Η πρώτη μου γειτονιά στην Αθήνα, ένα τσιγάρο δρόμος από το Πολυτεχνείο.


Αυτή τη διαπίστωση την έκανα, κάπου μια δεκαετία αργότερα από τα γεγονότα εκείνης της νύχτας, όταν πάντα «καθυστερημένη», σε σχέση με τις συνομήλικες μου άρχισα να καπνίζω.

Σαρανταδυό χρόνια μετά, μακριά όχι μόνο από εκείνη την πρώτη μου γειτονιά, αλλά κι από την πατρίδα, οι μνήμες εκείνων των ημερών παραμένουν πιο ζωντανές από ποτέ.

Παρασκευή, χωρίς σχολείο, αφού μας έστειλαν σπίτι νωρίς.

Αναστάτωση γύρω…οι μεγάλοι να σταματούν τη συζήτηση όταν τους πλησίαζες.

Κλειστά παντζούρια από νωρίς…δεν είχε καν έρθει το σούρουπο.

Και στο πάντα στο αυτί μου κολλημένο τρανζιστοράκι, βρέθηκε μια βραχνή φωνή, να λέει την πολύπαθη στα χρόνια που ακολούθησαν φράση.

«Εδώ Πολυτεχνείο….Εδώ Πολυτεχνείο…».

Γύρω όσο προχωρούσε η νύχτα να ακούγονται κρότοι που με έκαναν να τρέμω και τον μικρότερο αδερφό μου (τι ντροπή για μένα!) να λέει χαμογελώντας πως είναι από το διπλανό γιαπί!

Ποιo γιαπί ;;;

Εδώ είχαμε ρητές εντολές από την κυρία Ιωάννα, να μην πλησιάζουμε στην μπαλκονόπορτα, ακόμα και με κλειστά τα παντζούρια!!!

Κι η φωνή να συνεχίζει….

«Έχουμε ανάγκη από το ένα…έχουμε ανάγκη από το άλλο…γιατροί…φάρμακα…».

Κι η μάνα να έχει κάνει χιλιόμετρα, πάνω -κάτω. Διαμέρισμα – είσοδος και πάλι από την αρχή.

Κι εγώ μια με το τρανζιστοράκι και τη φωνή και μία με την  να μπορέσω να ακούσω τι στο καλό συζητάνε οι μεγάλοι!

Απότομο ξύπνημα και στο τρανζιστοράκι η φωνή να σπαράζει: «αδέρφια μας στρατιώτες…αδέρφια μας στρατιώτες…δεν θα σκοτώσετε τα αδέρφια σας…» .

«Μαμά!!!».

Ήμουν εγώ που φώναζα τώρα!

«Μη φοβάσαι!» .

Δεν φοβάμαι πια κι ας ακούγονται ακόμα που και που οι κρότοι.

Εκείνη ξέρει! Αλλά σιγά μην κοιμηθώ!

Η φωνή συνεχίζει κι εγώ έχω την άδεια να κάτσω μαζί με τη μαμά στο σαλονάκι μας.

«Αδέρφια μας στρατιώτες…αδέρφια μας στρατιώτες…δεν θα σκοτώσετε τα αδέρφια σας…» …..κι ύστερα ……. «είμαστε άοπλοι…»

Σιωπή….

Κάποιος χτυπάει σιγά την πόρτα μας.

Είναι κάποιος συγκάτοικος…μιλούν ψιθυριστά για λίγο κι ύστερα η μαμά μου λέει να μην ανησυχώ, θα κατέβει λίγο κάτω στην είσοδο.

Παίρνει τα κλειδιά της, αλλά αφήνει την πόρτα μας μισάνοιχτη!

Σιγά που θα μείνω εδώ!

Δεν πήγαν με το ασανσέρ…δεν άναψαν καν φως…περιμένω κι ακολουθώ…τώρα φοβάμαι..

Κατεβαίνω σχεδόν μέχρι κάτω. Ούτε κάτω έχει φώτα… Ακούω ψιθύρους…μια πόρτα να κλείνει κι ύστερα ανοίγει η πόρτα του υπογείου…για μια στιγμή μια δέσμη φωτός από τις σκάλες του υπογείου… πρόσωπα νεαρών παιδιών φωτίζονται καθώς περνούν προς τα κάτω…ακούω κάποιον θόρυβο από πάνω…φοβάμαι …τρέμοντας πάω σπίτι και ξανακάθομαι όπου με άφησε!

Δεν ξέρω ποιοι είναι, αλλά ξέρω ποια είναι η κρυψώνα τους!

Εκεί είχαμε κρύψει με τη μαμά το γατάκι που ενοχλούσε την στριμμένη που μένει τρία διαμερίσματα πιο πέρα, μέχρι να μεγαλώσει αρκετά.

Φωνές στην είσοδο…δεν τολμώ να βγω…φτάνουν σαν βουητό. Το ασανσέρ ανεβαίνει..ακούω τη φωνή της μάνας μου..θυμωμένη.  «Κλειδωμένα είναι όλα κι αν φοβάσαι μη μπει κανείς, κάτσε και φύλα την είσοδο».

Εγώ στη θέση μου …κυρία.

Η επόμενη μέρα….η προσπάθεια μιας νεαρής γειτόνισσας να πάει έξω να δει τι έγινε…τι ξημέρωσε η μέρα….

Δεν έφτασε ούτε μέχρι τις αρχές της Μάρνη. Γύρισε κατάχλωμη κι αμίλητη.

Ένα χρόνο μετά, κρατώντας το χέρι της μάνας πήγαμε ως το Πολυτεχνείο.

Μαυροφορεμένες γυναίκες..φωτογραφίες νέων στα κάγκελα ..λουλούδια…

Στα  χρόνια που ήρθαν η ματιά μιας μαυροφορεμένης γυναίκας που έσμιξε με τη δική μου και το χαμόγελο της που ακολούθησε.

Μια μάνα……..

Μέτοικος

Μέτοικος

Από το Νότο του ήλιου, στο Νότο του Βορά.... Σκέψεις....καθημερινότητα...η ζωή ....

Απάντηση

share on: