Περνάει πολύ καιρός για να καταφέρεις να βγάλεις από μέσα σου όσα σε βαραίνουν, σκέψεις που κατατρώνε τα σωθικά σου αργά και βασανιστικά. Ιδέες που ποτέ δεν πήραν σάρκα κι οστά…
Κι έπειτα αυτή σου την αναβλητικότητα… αυτήν σου την απάθεια για οιανδήποτε φιλοδοξία που εξοργίζει τους φίλους, τους γνωστούς και τους αγαπημένους… Αλλά κι από την άλλη, την ιδέα του εαυτού, την αετίσια περηφάνια, που οφείλεις να διατηρήσεις ανέπαφη. Κανείς να μη την βλάψει. Κανείς να μη σε απολαύσει να πέφτεις.
Κι όλες αυτές οι μικρές πνιγηρές φυλακές στις οποίες παγιδεύεται ο νους και η ψυχή, όλοι αυτοί οι περιορισμοί στραγγαλίζουν τη γλώσσα σου για να μη λυθεί ποτέ μπροστά σε αυτούς με τους οποίους υποτίθεται ότι μοιράζεσαι τα πάντα..

Χειρότερα. τα πιο σημαντικά, αυτά που πονούν πολύ, δε θα τα παραδεχθείς ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό… δε θα τα αγγίζεις ποτέ… κι όταν κλεφτά περνά ο νους σου από εκεί θα κλείνεις τα μάτια, θα αλλάζεις κουβέντα στον εαυτό σου, ενώ θα υποβόσκει μια φωνή έσωθεν “μην τα αναμοχλεύεις, μην πληγώνεσαι, μην τα αντιμετωπίσεις, καλύτερα θάψτα, απώθησέ τα, με πολλές άλλες σκέψεις κι απασχολήσεις, ακόμη και με την καλύτερη των απασχολήσεων, τον έρωτα. Φτάνει να μη θυμάσαι πια ούτε εσύ ο ίδιος καμία σκληρή αλήθεια για τον εαυτό σου».

Αλλά όλοι αυτοί οι πνευματικοί ανυπέρβλητοι φράχτες που υψώνεις κι έχουν σκοπό να σε προφυλάξουν από την Αλήθεια μέσα σου, εξαίφνης γκρεμίζονται όταν βρεθείς σε μία στάση τρένου ή λεωφορείου ή σε μία ατελείωτη ουρά αναμονής, με έναν παντελώς άγνωστο.
Δε θα σε κοιτάξει ποτέ στα μάτια, παρα μόνο φευγαλέα, για την ακρίβεια δεν τον ενδιαφέρεις, δεν του καίγεται καρφί για σένα και σίγουρα δε θα σε ξαναδεί αλλά περιέργως θα σου ανοιχτεί.
Θα μιλήσεις κι εσύ μαζί του, αρχικώς θα του παρουσιάσεις την πραγματικότητα βάζοντάς της τα καλά της. Θα πλασάρεις το κοινωνικώς αποδεκτό σου περιτύλιγμα, μέχρι που θα πας απότομα την κουβέντα εκεί που φοβάσαι περισσότερο, λόγω μίας ανεξήγητης ενόρμησης που σε κάνει να του πεις σχεδόν αυτόματα κι ορθά κοφτά όλη την Αλήθεια που κρύβεις επιμελώς από τον εαυτό σου
Θα του μιλήσεις για το μεγαλύτερο πρόβλημά σου, που δεν είναι άλλο, από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Αλλά δε θα περιμένεις καμία λύση, καμία απάντηση, κι αν κάνει να μιλήσει, εσύ δε θα ακούσεις τίποτα από όσα έχει να σου πει. Δεν σε ενδιαφέρουν εκ των προτέρων αυτά που έχει να σου πει, δεν σε γνωρίζει, δεν θα καταλάβει.
Κι όσο παριστάνεις ότι προσέχεις αυτά που λέει με μάτια κενά και έχοντας απασχολημένα τα αυτιά σου να σκέφτονται πως θα ηχήσουν οι επόμενες προτάσεις που έχεις να του πεις, αν τύχει να προσγειωθούν κάποιες λέξεις του στον τοίχο σου θα ακουστούν ως ηχητικά παράσιτα, ως άναρθρες και γελοίες επιφανειακές κουβέντες…

Αυτό όμως που σου αρκεί είναι το νεύμα κατανόησης που σου παρέχει απλόχερα ένας παντελώς άγνωστος.
Αυτή η αλληλεγγύη που είναι δεν είναι ειλικρινής.
Και αυτό το συναίσθημα ότι μπόρεσες να μοιραστείς αυτό το μεγάλο βάρος της ύπαρξής σου…
Και πάλι θα γυρίσεις μόνος, στην ανειλικρίνειά σου.. στο άλυτο μυστήριο του εαυτού σου… αλλά έχοντας πραγματοποιήσει μια λυτρωτική προς στιγμήν “εξομολόγηση σε έναν άγνωστο”.

Αφιερωμένο σε μία φίλη μου που κάποτε γνώρισα σε ένα λεωφορείο.

20.12.2014


Μυρτώ Καμβυσίδη

Μυρτώ Καμβυσίδη

"το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μας βασίζεται σε κλισέ..."

Απάντηση

share on: