Η Πρώτη μου Φορά

Δεν έχω πει ποτέ αυτή την ιστορία αναλυτικά. Ίσως γιατί τότε που έγραφα τα της Προϊστορίας μου, επικεντρωνόμουν σε ιστορίες που διέθεταν και συναίστημα, και αυτή η ιστορία είναι στριμωγμένη ανάμεσα σε δυο πελώρια βουνά στη δική μου προσωπική Ιστορία, βουνά που καθόρισαν ουσιαστικά το τι έγινα μετά. Παρόλα αυτά, αν και δεν σήμαινε πολλά (έως και τίποτα), είχε ενδιαφέρον εγκυκλοπαιδικά και ιστορικά.

Για να φτιάξω το σκηνικό, εκεί που αρχίζει η ιστορία, ακόμα είμαι 15. Καλοκαίρι του 1992. Τότε, όταν με ρωτάνε λέω ότι είμαι 16 αλλά επίσημα είμαι 15 μισό. Δεν έχει σημασία που σεξ τελικά έκανα στα 19. Η πρώτη απόπειρα, έστω νοητά, ήταν τον Αύγουστο του ’92, με τον Άρη Ανίκατε Μάχαν, τον οποίο γνώρισα και σε 3 μέρες ερωτεύτηκα τρελά, και με τον οποίο παρέμεινα ερωτευμένη για τα επόμενα 4 χρόνια. Από μακριά. Τότε δεν ήμουν πολύ διαφορετική απ’ αυτό που είμαι τώρα, αλλά υπήρχε η εξής ειδοποιός διαφορά: Μπορεί ακριβώς όπως τότε, και τώρα να θέλω κάποιον απελπισμένα και αποκλειστικά, αλλά απόλυτα συνειδητά γνωρίζω κι άλλους ανθρώπους και ασχολούμαι και μ’ άλλους, κάτι σαν μηχανισμός επιβίωσης κι αυτοσυντήρησης. Θέλω δε θέλω. Υποχρεωτικά. Πώς έλεγα τις προάλλες ότι 8 στα 10 ραντεβού που έχω βγει ήθελα πάρα πάρα πολύ… κάποιον άλλον; Αυτό. Αλλά το φυσικό μου είναι να πηγαίνω τη μονογαμία ένα βήμα παραπέρα και να μην κοιτάζω καν άλλον. Γλυκά και καταστροφικά.

Την ιστορία με τον Άρη Ανίκατε Μάχαν την έχω περιγράψει αναλυτικά στο παλιό μου μπλογκ, δεν θα τα πω ξανά. Συνοπτικά, ήταν 14 Αυγούστου στα Βατερά, και μετά το χορό στη ντισκοτέκ κατεβήκαμε κάτω, στην αμμουδιά. Εγώ γενικά δεν είχα καμία πρόθεση, διάθεση ή θέληση να κάνω σεξ σ’ εκείνη την ηλικία, αλλά εκείνο το βράδυ ήμουν Έτοιμη Για Όλα, ψυχολογικά. Γιατί παρόλο που ποτέ δεν ταύτιζα το σεξ με το συναίσθημα (ούτε καν πριν το κάνω πρώτη φορά, πάντα το έβλεπα ρεαλιστικά), είχα πει «ε αφού τον θέλω, Αυτόν θέλω, λογικό είναι, θα έρθει φυσικά». Μόνο που τότε, ξέρεις, δεν υπήρχε ίντερνετ, ξέραμε τα πράγματα κάπως νεφελωδώς και θεωρητικά. Μπορεί π.χ. να είχα δει πουλί σε φωτογραφία ή σε ζωγραφιά, αλλά δεν είχα αντιληφθεί την κλίμακα. Παίζει να το φανταζόμουν σε αναλογίες αρχαιοελληνικού αγάλματος, και θεωρούσα ότι κι αυτά λογικά θα τα έκαναν πιο μεγάλα απ’ ό,τι είναι κανονικά –μια σημαντικά λάθος πληροφορία, τώρα που το σκέφτομαι αναδρομικά.

Και όλα πήγαιναν υπέροχα εκείνη τη βραδιά, μέχρι που το είδα μπροστά μου. Δεν ήμουν καθόλου έτοιμη για σεξ σωματικά. Θυμάμαι που το βλέπω, συνειδητοποιώ πού είναι να πάει αυτό, στο μυαλό μου είμαι το χταπόδι του μετέπειτα meme που φεύγει τρέχοντας λέγοντας “nope nope nope”, κρατάω στο μυαλό μου την πληροφορία του μεγέθους του πράγματος για αργότερα, να τρομάξω και να σοκαριστώ με την ησυχία μου, και απλά του λέω με όσο πιο σταθερή φωνή μπορώ «πάρ’ το από μπροστά μου σε παρακαλώ».

Όπως είπα και στην αρχή, συνέχισα να τον θέλω απελπισμένα για χρόνια, από μακριά. Και μια και δεν άφηνα να συμβεί τίποτα ενδιάμεσα, πάμε κατευθείαν 4 χρόνια μετά.

Εγώ σπουδάζω στο ΤΕΙ Εμπορίας & Διαφήμισης πρώτη χρονιά, το καλοκαίρι είμαι διακοπές πάλι στα Βατερά. Και γνωρίζω το Γιαννάκη. Ο Γιαννάκης είναι δυο χρόνια μικρότερος από μένα, γλυκό παιδί, και με βρίσκει άγγελο επί της γης. Καθόμαστε αγκαλιά και φιλιόμαστε για ώρες στη ντισκοτέκ και στην αμμουδιά. Λέει να βρεθούμε και Αθήνα όταν γυρίσουμε, λέω στον εαυτό μου εντάξει, καιρός είναι, θα κάνεις μια προσπάθεια. Ο Γιαννάκης ήταν το πρώτο αγόρι μετά τον Άρη, που όταν ήμουν μαζί του δεν αναρωτιόμουν «τι διάολο κάνω εγώ εδώ;»

(Γενικά είναι το πιο σύνηθες ερώτημα όταν προσπαθώ να συναναστραφώ άλλον άνθρωπο, γι’ αυτό και έχω κόψει τις γνωριμίες στα μπαρ διά παντός, ας δοξάσουμε όλοι μαζί το ίντερνετ που μας φέρνει πιο κοντά με ανθρώπους που μας μοιάζουν ελαφρώς). Όχι ότι ήθελα πολύ το Γιαννάκη, αλλά μου ήταν ευχάριστος. Τα δύο χρόνια διαφορά τότε έπαιζαν τεράστιο ρόλο, τόσο που με κάποιο τρόπο χωρίς να το συζητήσουμε είχε γίνει κατανοητό ότι δεν «τα είχαμε» κανονικά, γιατί δεν γεφυρωνόταν αυτή η διαφορά. (Για να το πω τώρα, πρέπει να είναι 20. -Αυτός ή η διαφορά).

Στην Αθήνα θέσαμε έναν διακανονισμό κατά τον οποίο πήγαινα σπίτι του μια φορά την εβδομάδα. Έπαιρνα ραδιοταξί, πήγαινα στο σταθμό του τρένου στο Μαρούσι, έπαιρνα το τρένο, πήγαινα Καλλιθέα. Ερχόταν να με πάρει απ’ το σταθμό, χεράκι-χεράκι, πηγαίναμε σπίτι του. Φιλιόμασταν. Γδυνόμασταν μέχρι εσώρουχα. Πέφταμε στο κρεβάτι του. Καθόμασταν αγκαλιά και φιλιόμασταν για κάνα πενταωράκι. Δεν κάναμε απολύτως –μα απολύτως- τίποτα άλλο, πλην φιλιών. Δεν ξέρω πώς το υπέμενε αυτό χωρίς καν να ζητάει τίποτα παραπάνω. (Νομίζω πως ούτε βυζί δεν έπιανε, και τώρα που το σκέφτομαι νομίζω ότι με φοβόταν). Επίσης, ότι από μέσα του με καταριόταν.

Ξέρεις πώς είναι όταν είσαι στην εφηβεία, πριν κάνεις σεξ, που το σκέφτεσαι το πράγμα και αποφασίζεις «εγώ θέλω να το κάνω στα ___». Εμένα η ηλικία αυτή ήταν τα 17. Τη θεωρούσα πολύ νορμάλ ηλικία, ούτε πολύ νωρίς, ούτε πολύ αργά. Στα 19 πλέον είχαν αρχίσει να με ζώνουν τα φίδια, ένιωθα ότι ήμουν πολύ μεγάλη. Και, το Φθινόπωρο εκείνο για ποικίλους λόγους, και κυρίως για έναν λόγο, το ότι έπρεπε να μην είμαι στην ίδια χώρα με τον Άρη Ανίκατε Μάχαν, προέκυψε η δυνατότητα να πάω με Erasmus στην Αγγλία. Είχε κανονιστεί να φύγω αμέσως μετά τα Χριστούγεννα, για το εαρινό εξάμηνο. Και δεν ήθελα με τίποτα να πάω «παρθένα» στην Αγγλία. (Ναι, βάζω εισαγωγικά στο «παρθένα». Δεν είμαι ούτε λάδι ούτε μαλλί ούτε η γνωστή Αεροπορική).

Αλλά δεν ήθελα να είναι η πρώτη μου φορά με το Γιαννάκη. Όχι ότι μου κακόπεφτε ο Γιαννάκης, τουναντίον. Θεωρητικά, θα ήταν μια χαρά. Αλλά ο Γιαννάκης δεν είχε επίσης κάνει τίποτα ποτέ, και α) νόμιζε ότι εγώ είχα κάνει και για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι τον είχα αφήσει να το πιστεύει και β) μη όντας ρομαντική ψυχή, ήμουν σίγουρη ότι θα κατέληγα με πουλί σφηνωμένο στο ρουθούνι ή κάτι χειρότερο. Όχι. Προτιμούσα να βρω κάποιον που τουλάχιστον ήξερε σίγουρα τι πρέπει να συμβεί και πού μπαίνει τι.

Και η αντίστροφη μέτρηση μέχρι τα Χριστούγεννα έτρεχε κανονικά.

Τα Σάββατα λοιπόν, πήγαινα κι έβλεπα το Γιαννάκη. Τις Παρασκευές έβγαινα άνευ Γιαννάκη. Και να κάνω εδώ μια παρένθεση. Όπως όλα τα παιδιά στην εφηβεία, ήμουν παράξενο παιδί. Η δική μου εφηβεία είχε τελειώσει πριν τα 17, αλλά δεν έχει να λέει. Είχε μείνει η αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Το οποίο ανεκπλήρωτο ήταν ένα συνονθύλευμα Αλήθειας, Ηθικής, Έρωτα και Μουσικής. Συγκεκριμένα, ενώ διάβαζα Πλάτωνα, η μουσική που άκουγα ήταν ηλεκτρονική. Δεν μου έφταναν τα μέινστριμ κλαμπ των Βορείων Προαστίων ή της Παραλιακής που πήγαιναν οι συμμαθητές μου στο σχολείο. Δεν άντεχα άλλο το βαθύ συντηρητισμό του υποτιθέμενου καυτού Σαββατόβραδου. Το ιδανικό της εξόδου με ένα από τα Αγοράκια με τα Άσπρα Πουκάμισα (όλοι φορούσαν άσπρο πουκάμισο), που έκλειναν τραπέζι Αυτοκίνηση και Μερσέντες με τους φίλους τους και έρχονταν να σε πάρουν με το αυτοκίνητο του μπαμπά, κι εσύ έπρεπε να παίζεις το ρόλο της κάπως έξυπνης γλάστρας για να κάνεις τη διαφορά. -Και δεν άκουγα κι ελληνικά.

Το πρώτο μου dance club ήταν το Alsos, στο Πεδίον του Άρεως. Στην αρχή πήγαινα μόνη μου και κρυφά από γονείς. Ήταν «εύκολο» μαγαζί, με μικρά, φιλικά παιδάκια, πολλά stages αλλά κυρίως trance και λάτρευα την trance. Πήγαινα για καιρό, φορούσα αθλητικά, χόρευα ως το πρωί, ήταν υπέροχα. Στην αίθουσα της house ήταν πιο μεγάλοι σε ηλικία, πήγα μια φορά να δοκιμάσω ν’ ακούσω, δειλά-δειλά. Δεν ήμουν σίγουρη αλλά ξαναπήγα. Και ξαναπήγα. Ίσως μου άρεσε τελικά.

Αυτούσιο από το μπλογκ μου:

«Στο ΤΕΙ, κάνω μια καινούρια φίλη. Τη Bibi. Μαζί, ανακαλύπτουμε τον θαυμαστό κόσμο του clubbing τη δεκαετία του ’90, την όλη gay/ house σκηνή γενικά, house και rave parties, τα οποία κυνηγάμε σε εγκαταλειμμένες αποθήκες, γκαράζ, εργοστάσια και άλλα καταλύματα με πολλή υγρασία και τουαλέτες ύποπτης υγιεινής. Τρέχουμε και σε after, συχνά βάζω ξυπνητήρι για να σηκωθώ κατά τις 3 να ετοιμαστώ, φοράμε κάτι σακούλες σκουπιδιών, αλουμινόχαρτα, πλατφόρμες που αγοράζουμε από μαγαζιά για στρίπερς, μπλουζάκια από Αμερικάνικη Αγορά και τόνους γκλίτερ, παντού».

Πριν περάσω στο ΤΕΙ, δεν είχα κατέβει ποτέ μόνη μου στο κέντρο της Αθήνας, πρωί. Και με μάγεψε. Θυμάμαι δε χόρταινα να κάνω βόλτες γύρω από την Ομόνοια, να ψωνίζω βερνίκια νυχιών για δυο κατοστάρικα, να βλέπω πολύχρωμο κόσμο πολλών εθνικοτήτων, και βέβαια να μαζεύω flyers για πάρτι. Tότε ήσουν έξω και ένιωθες ότι Κάτι Συμβαίνει στην Πόλη. Κατέβαινες στο Kέντρο κι αναγνώριζες φάτσες ή έβλεπες άλλους με μπλουζάκια “Frond” και γνέφατε ο ένας στον άλλον ή έβλεπες κι άλλους να διαβάζουν 01 (το περιοδικό) και χαμογελούσατε συνωμοτικά. Στις συναυλίες των Στέρεο Νόβα ένιωθες ότι όλοι είναι αδέρφια σου. Τη νύχτα, έβλεπες τον ίδιο κόσμο σχεδόν όπου πήγαινες κι ένιωθες ότι ανήκεις κάπου που είναι πολύ διαφορετικό σε σχέση με το μέινστριμ (ή ακόμα χειρότερα, σε σχέση με το μπουζουκόβιο) κοινό.

Και δεν μου έφτανε πια το Alsos. Για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο, άρχισα -μόνη μου, προ Bibi- να πηγαίνω στο Dom (ναι, εγώ στο Dom), στην Πειραιώς. Αυτό κράτησε λίγο. Γιατί πολύ σύντομα, στο χώρο του Dom μετακόμισε το Factory. Το τότε πιο γνωστό gay club στην Ελλάδα. Όταν ήρθε στην Πειραιώς, την πρώτη φορά που πήγα, στο τέλος της βραδιάς γύρισα και είπα στο σύμπαν γενικότερα «μην με πάρετε ποτέ από δω».

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό με το Factory. (ΟΚ, ο Mike έπαιζε την καλύτερη progressive house του κόσμου, πράγμα που επιβεβαίωσα με βεβαιότητα αργότερα, στην Αγγλία, όπου σε 5 χρόνια παραμονής είδα live κάθε διάσημο DJ του πλανήτη, και σαν τον Mike κανείς). Φυσικά, ήταν και τα αγόρια. Πολλά. Υπέροχα. Αγόρια. Τα μπλουζάκια ήταν προαιρετικά σε όλα τα τότε dance μαγαζιά, και όλοι χόρευαν. Δεν έχει σημασία ότι δεν ήταν διαθέσιμα. Δεν ήθελα τίποτα, μου έφτανε να τα βλέπω, να ακούω τη μουσική και να χορεύω, να μην με ενοχλεί κανείς. Δίπλα στο Βαλλιανάτο, στο Μιχάλη Δέλτα και στον Κωνσταντίνο Βήτα, σε Tρανς κορίτσια και Αγόρια που φιλιόντανε. Παράδεισος. Κι ας ήμουν η μόνη που δεν έπινε ούτε αλκοόλ ούτε τίποτα άλλο, ούτε κάπνιζε. Τίποτα. Χυμός ροδάκινο και χορός.

Ήταν η αίσθηση του να βρίσκεσαι κάπου μακριά από τα γαμημένα τα στερεότυπα. Κάπου που το υποτιθέμενο «κανονικό», ήταν η διαφορετικότητα. Που ανήκες ακόμα κι αν δεν ανήκες πουθενά, αρκεί να χόρευες. Θυμάμαι να με πλησιάζουν αγοράκια και να μου λένε «χορεύεις πολύ ωραία» ή «τι ωραία που φοράς το eyeliner», να τους ευχαριστώ, να ανταποδίδω, και αυτή η ευγενέστατη ανταλλαγή φιλοφρονήσεων να είναι όλη η συζήτηση. Ήμουν ευγνώμων που δεν με πίεζε κανείς να μιλήσω και να κάνω την κοινωνική. –Και την κανονική.

Όταν ήμουν μικρή, πράγμα που κανείς που με ξέρει από εδώ δεν μπορεί να φανταστεί, ήμουν αυτό που κακώς λέμε «αγοροκόριτσο». Τόσο που σε μια ηλικία που είχα κοντά μαλλιά, με περνούσαν για αγόρι. Όχι μόνο εμφανισιακά. Μια φορά στο Δημοτικό που έπαιζα ποδόσφαιρο, χρειάστηκε να φωνάξω σε κάποιον «ΕΙΜΑΙ ΚΟΡΙΤΣΙ», δεν θυμάμαι γιατί, μόνο τη δική του φάτσα-σοκ και την άτακτη φυγή.

Μεγαλώνοντας, από τα 13 και μετά, συνειδητοποίησα ότι αφού είμαι που είμαι κορίτσι, και μου άρεσαν τα αγόρια, και ήθελα να τους αρέσω, καλό θα ήταν να επιστρατεύσω τη μυθική «θηλυκότητα». Ως μέσον. Άρχισα να πειραματίζομαι με το μακιγιάζ από ανάγκη, και μετά συνέχισα από λατρεία. Πιο μετά, που σταμάτησα να μισώ και να κρύβω το σώμα μου, άρχισα να φοράω και ρούχα που θεωρούνται θηλυκά. Ήταν χρήσιμο πράγμα αυτά τα βυζιά.

Στα 18, είμαι στην Πάρο καλοκαίρι, οι άλλοι έχουν βγει και είμαι μόνη με τη Bibi που έχει πέσει να κοιμηθεί λέγοντας «ξύπνα με μόλις βαφτείς». (Το ακούω συχνά αυτό). Δύο ώρες μετά, θυμάμαι κοιτάζομαι στον καθρέφτη και γελάω μόνη μου, λέγοντας «ξέρεις ότι είσαι έτοιμη όταν μοιάζεις με Drag Queen».

Σήμερα, έχω καμιά εικοσαριά φορέματα με παγιέτες, κι άλλα τόσα μεταλλικά και στραφταλιστά, και βαφτικά που φτάνουν να κάνουν φουλ μακιγιάζ σε λόχο. Ποτέ δεν με αντιπροσώπευσε η «φυσική» θηλυκότητα. Συμπαθώ μόνο τη φορετή. Όπως έλεγε και η Μελίτα Σκαμπώ στο TEDx Panteion, αυτό είναι το drag, η στερεοτυπική θηλυκότητα στην υπερβολή, για να γελοιοποιήσει τους ρόλους που μας έχουν φορέσει.

Στο Middlesex (το βιβλίο) του Τζέφρι Ευγενίδη, όταν προς το τέλος ο ήρωας που ξεκίνησε σαν ηρωίδα γνωρίζει μια Γιαπωνέζα (νομίζω), εκείνη τον ρωτάει αν είναι γκέι, γιατί της έχει συμβεί πολλές φορές να την προσεγγίζουν άντρες που δεν έχουν αποδεχτεί ότι είναι γκέι, ως το Τελευταίο Οχυρό. Γιατί η ίδια έμοιαζε λίγο με αγόρι, δεν είχε στήθος, δεν ήταν καμπυλωτή, οπότε για κάποιον που επέλεγε για πάντα να μείνει στην ντουλάπα, ήταν ιδανική.

Νομίζω πως πολλές φορές στη ζωή μου υπήρξα το Τελευταίο Οχυρό, αλλά από την αντίθετη πλευρά. Αυτό που αντιλαμβάνεται ο άλλος πως δεν είσαι η «γήινη γυναίκα-μάνα-θεά», αλλά θες να έχεις από πάνω σου μια μόνιμη ντισκομπάλα και να φοράς χρυσά. Στα 15, το ίδιο καλοκαίρι με τον Άρη Ανίκατε Μάχαν, ήταν η πρώτη φορά που συνέβη και το αναγνώρισα συνειδητά. Ένα πανέμορφο αγόρι που ήξερα ότι δεν ήταν για μένα, με είδε να φιλιέμαι με έναν άλλον μες στο μπαρ και άρχισε να κλαίει γοερά. (Τον είδα στο Γκάζι πολλά χρόνια μετά, ό,τι είχα υποθέσει τότε, είχα πέσει μέσα). Συνέβη πολλές φορές μετά.

Και είναι και μερικές φορές που δεν ξέρω τι συνέβη πραγματικά.

Είναι λοιπόν χειμώνας, πριν τα Χριστούγεννα, που μετά φεύγω για Αγγλία. Είναι Παρασκευή. Η Bibi κάπου έχει να πάει, δεν μπορεί να έρθει Factory. Για κάποιο λόγο θέλει να έρθει μαζί μου η ως τότε Κολλητή Φίλη απ’ το σχολείο (πρωταγωνίστρια Άρης Ανίκατε Μάχαν). Έκτακτα. Πάμε. Όλα είναι όπως πρέπει να είναι. Χορεύουμε, το βλέμμα μας (όπως και όλων) καρφωμένο στο από πάνω μπαλκονάκι που χορεύει ένα πανέμορφο πλάσμα με το σωβρακάκι, και ενώ όλοι οι γδυτοί εκεί μέσα έχουν ωραία σώματα, αυτός είναι το κάτι άλλο, ξεπερνά την πραγματικότητα, απόλυτα τέλειος, η χρυσή τομή εκεί που η γράμμωση πάει να γίνει υπερβολική, απερίγραπτα μαγευτικός. Αλλά οκ, είμαστε στο Factory.

Σε κάποια φάση έχουμε κάτσει να ξαποστάσουμε με τη Φίλη σε ένα καναπεδάκι. Κάπου απέναντι κυκλοφορεί το Πλάσμα, που νομίζω έχει φορέσει ένα τζιν. (Μόνο). Και, κάπως, ανεξήγητα, το Πλάσμα φαίνεται να κατευθύνεται προς το μέρος μας. Σταματά ακριβώς μπροστά μας. Σε ένα στιγμιότυπο σοκ (και εμού και Φίλης), σε αργή κίνηση, Πλάσμα ανεβαίνει πάνω μου, στην ποδιά μου, και ενώ νομίζω ότι πάει για λαιμό-αυτί, μου δαγκώνει και μου τραβάει το μαλλί. Κάνω «άουτς». Λέει ότι του αρέσουν πολύ. Τον κοιτάζω με κενό βλέμμα μη-κατανόησης και «ΩΘΕΕΜΟΥΕΙΝΑΙΠΑΝΩΜΟΥΤΟΠΛΑΣΜΑ». Συνέρχομαι και συνειδητοποιώ ότι εννοεί κάτι φωσφορίζοντα μπιλάκια που φοράω στα μαλλιά (θυμίζω, δεκαετία 90). Δεν προλαβαίνω να αντιδράσω, με φιλάει.

[…]

Κάποια στιγμή Φίλη λέει πρέπει να πάμε σπίτι. ΟΚ. Κλείνουμε ραντεβού να τον ξαναδώ την επομένη, Σάββατο. Δεν έχουμε πει τίποτα την Παρασκευή, μόνο φιλιά και τηλέφωνα (σταθερά), τουλάχιστον δεν θυμάμαι τίποτα άλλο. Το Σάββατο φτύνω Γιαννάκη (προφανώς) και κανονίζουμε να πάμε κάπου πιο ήσυχα, για ποτό. Δυστυχώς, η προσπάθεια συζήτησης είναι επίπονη, δεν έχουμε τίποτα κοινό πλην της μουσικής, μιλάει μόνο για τον κόσμο που ξέρει και δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Εκτός από τα εξής: Ήταν το πρώτο αγόρι που γνώρισα (από τουλάχιστον τρεις που έχουν ακολουθήσει), που φορούσε μπλε φακούς επαφής. Επίσης, φορούσαμε την ίδια μάσκαρα. Lancôme Intencils.

Α. Και ήταν ποδοσφαιριστής. (Ο πρώτος μου ποδοσφαιριστής. Να σημειώσω ότι από τότε, και κυρίως μετά τα 30, στην πραγματική ζωή μου την έπεφταν σχεδόν αποκλειστικά αθλητές, για ανεξιχνίαστους λόγους. Μόνο ΤΕΦΑΑ. Ενώ το σώμα δεν με απασχολεί και πολύ, έχω φάει κοιλιακό με το κουτάλι. Ή ίσως γι’ αυτό δεν με απασχολεί. Έχω γκώσει).

Οπότε, αν μ’ έχεις ακούσει συχνά να λέω για το Αγόρι Καράτε Οικοδομή, με το όνομα που ακούγεται σαν ψεύτικο και κλισέ, σκέψου το Go Go Boy – Ποδοσφαιριστής. Μέσα στην εβδομάδα, θα πήγαινε για αγώνα στη Χίο, και θυμάμαι με πήρε από τη Χίο με τηλεκάρτα ενώ έβρεχε καταρρακτωδώς, πράγμα που βρήκα τρομερά γλυκό.

Ναι, φαίνεται να υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο. Αλλά δεν με είχε πολύ-απασχολήσει η σεξουαλικότητά του. Ήταν δεκαετία του 90 σε dance μαγαζιά. Αφού σήμερα ήθελε εμένα, όλα καλά.

Και, την επόμενη εβδομάδα, βγαίνουμε ξανά. Λέει να πάμε σπίτι του, φοβάμαι να πάμε σπίτι του, καταλήγουμε σε ένα πάρκο, σε ένα παγκάκι. Ευτυχώς, δεν κάνει παγωνιά. Και εκεί συμβαίνει αυτό που δεν ήθελα να συμβεί με το Γιαννάκη. Τι θυμάμαι; Τίποτα το τρομερό. Τίποτα αξιομνημόνευτο. Απόλυτα ανώδυνο (παρόλο που σε καμία περίπτωση απολαυστικό). Νομίζω ότι ήταν και σε κλίμακα αρχαιοελληνικού αγάλματος, που έπαιξε ρόλο και πολύ εκτίμησα. Το μόνο που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι έπιασα κώλο και σκέφτηκα ότι εντάξει, χέσε με, όταν ο κώλος είναι τόσο σκληρός που δεν ζουπιέται καθόλου, είναι σαν πλαστικός, δεν είναι ωραίο τώρα αυτό.

Δεν είναι ότι δεν τον ξαναείδα. Τον ξαναείδα μερικές φορές στο Factory και παραδόξως δεν με ένοιαζε –παρόλο που φασωνόμασταν, δεν είμαι και ηλίθια. Μια βραδιά μου είπε κάτι η Bibi ότι σαν να κατάλαβε πως της την έπεσε. Δεν είπα τίποτα. Θυμάμαι χορεύω, έρχεται, με πιάνει αγκαλιά, με φιλάει, τον φιλάω όσο πιο παθιασμένα μπορώ να καταφέρω και χουφτώνοντας ό,τι έβρισκα, γυρνάω απ’ την άλλη και συνεχίζω να χορεύω. Πάει να με πιάσει, να με γυρίσει ξανά, αντιστέκομαι. Μιλάει, δεν γυρνάω. Επιμένει, όχι. Φεύγει.

Το διπλανό αγόρι που παρακολουθεί τη σκηνή, χειροκροτά.

Ειρήνη Γεωργή, Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Αφροδίτη Παπαδοπούλου

Αφροδίτη Παπαδοπούλου

Καλομαθημένο πλουσιοκόριτσο με κοινωνικοπολιτικές και καλλιτεχνικές ανησυχίες που προσπαθώ να «σκοτώσω» το χρόνο μου. Οι εχθροί μου με λένε κακομαθημένη.

Απάντηση

share on: