Λυπάμαι για τις ένδοξες μέρες
που τα παιδιά δεν θα ζήσουν,
τις νέες κοπέλες που θα αγναντεύουν χωματερές
και τα ερείπια μιας προηγούμενης εποχής.

Τα αγόρια βουτάνε τα δάχτυλα τους
σε λασπωμένα μέταλλα της microsoft,
μελανιάζουν τα γόνατα
στις αυλές κορεάτικων κολοσσών έξυπνων τηλεφώνων.

Η ύπαιθρος ντροπαλή δείχνει τον έρωτα.
Και ευτυχώς
υπάρχει αυτό το βαθύ κόκκινο που σώζει τους λογισμούς μας.
Το σθένος απουσιάζει.

Ευρωπαϊκές γραμματοσειρές
ίδια χιλιόμετρα από πόλη σε πόλη
Αrial Narrow document από χώρα σε χώρα
ίδιες κατασκευαστικές εταιρίες, πλατείες, τράπεζες, βιτρίνες, γραφεία
παρόμοια πεζοδρόμια από πολιτεία σε πολιτεία.
Ονειρεύτηκα μια ερημιά
και εμάς να αντέχουμε στους ώμους μας το βάρος του μέλλοντος.

Το δέρμα των πουλιών ξεχύθηκε σαν μια ηχώ πάνω στις ράγες υπερσύγχρονων τρένων.

Ακατάπαυστες συναντήσεις,
το πριν και το τώρα- εντυπώσεις από παλιές χρονολογίες
και ελπίδες , σύγχρονοι τόποι, καινούργιοι φίλοι.
Πόσο κοστίζουν σήμερα τα ευτυχισμένα παιδικά χρόνια ;

Μυρίζουν ακόμη άμμο τα χέρια μας
Μπρούμυτα ξαπλωμένοι στο χώμα μαζί
δίπλα μας δέντρα, άνθη, αγάπη και όλοι οι φίλοι μας.

Λυπάμαι για τα ένδοξα εκείνα χρόνια
που δεν θα ξανάρθουν ποτέ.
Χρωματιστά ρούχα πιασμένα γερά
σε σκουριασμένα σύρματα.
Ένα μικρό μπαλκόνι τυλιγμένο με διοξείδιο του άνθρακα και άζωτο.
Καμιά ρυτίδα – μονάχα ποτάμια
όπως τότε που χτύπαγες δέκα φορές το χώμα για να ακούσεις τα έγκατα της γης
όπως τότε με το τρίσβαθο μπλε και την πάχνη από τα σύννεφα
όπως τότε με τις ανθισμένες αμυγδαλιές
όπως τότε
εκείνο το μεσημέρι
χάραξε στο στήθος μου
ένα πλατύ αποτύπωμα των παιδικών μας χρόνων
ούτε τύψεις – κανένας δεν κοιμόταν – ποτέ πια –
ούτε μοναξιά
ούτε αξιώσεις
ούτε πείσματα
ούτε ζήλιες
Η Μυρσίνη, η Πηνελόπη, η Λίλα
ο Μίμης, ο Αλέξανδρος, ο Ζαφείρης.
Ο ήλιος μάτωνε τις μασχάλες μας.

Μια απέραντη πόλη. Νοσταλγώ
τις περιπέτειες μας σε εγκαταλελειμμένα σπίτια
φωτογραφίες ασπρόμαυρες μια τυχαίας νεκρής οικογένειας ,
αντικείμενα στοιχειωμένα και ρούχα φαγωμένα από τη μούχλα.
Στρέφοντας το πρόσωπο μας προς το χρυσό του κάθε απογεύματος
δίχως έλεος – με μια τρυφερότητα
δίχως ντροπή – με μια φροντίδα
δίχως θεούς – με μια σκιά από εκείνα τα βράχια
από εκείνες τις πέτρες
τα μυτερά λευκά χαλίκια
την στεγνή χρωματισμένη άσφαλτο
τα στενά επικίνδυνα σοκάκια
δίχως θανάτους – με μια υπεροπτική επιθυμία
αστείρευτη θάλασσα μέσα στις γειτονίες μας
εμείς και ο υπόλοιπος κόσμος μαζί μας
το δικό μας καράβι
τα δικά μας πειρατικά χωριά μέσα σε μισοφωτισμένες πολυκατοικίες
ρίχναμε το βυθό του ωκεανού μέσα στους τέσσερις τοίχους
και χρίζαμε αυτή την υπέροχη στιγμή «ένδοξα χρόνια».

Θυμάμαι τις πλατείες έτσι όπως
ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια,
αυτοσχέδια τέρματα και πιτσιρίκια να τσιρίζουν
εκστασιασμένα από το παιχνίδι.
5 χρονών 6 χρονών 7 χρονών
σε ανοχύρωτες πόλεις.
Τα ανθοπωλεία, τα ζαχαροπλαστεία,
ο άνεμος ακούμπαγε στα φύλλα του ευκαλύπτου
φοίνικες φυτεμένοι στο τσιμέντο και “το σιντριβάνι
να δροσίζει όλους αδιάκριτα τους περαστικούς”.
Που χάθηκαν άραγε οι «ένδοξες μέρες» των παιδικών μας χρόνων;

Έτη που παραδόθηκαν σε αυθεντίες.
Τα ουράνια τόξα θάφτηκαν κάτω από τον ασβέστη
τα κατοικίδια συλλαβίζουν την ορφάνια των καιρών μας.
Τα παλιά λεωφορεία της δεκαετίας του εξήντα παραιτημένα σε μάντρες
Ταξίδια με προορισμό την πρωτεύουσα
που μπορούσαμε να ανοίξουμε τα παράθυρα των τροχοφόρων
και να κρεμάσουμε το κεφάλι μας προς τα έξω.
Τώρα πια δεν υπάρχουν. Μόνο ο λευκός θόρυβος του air- condition
και οι αντανακλάσεις των κινητών τηλεφώνων
πάνω στα τζάμια ασφαλείας.

Ο ορίζοντας δικαιώνει τον παράδεισο.
Το τείχος του Βερολίνου γκρεμίστηκε και τα αβανγκάρντ τείχη
ορθώνονται μπροστά από τα παιδικά δωμάτια
των καινούργιων μας φίλων.

Περισσότερη αγάπη, περισσότερο παιχνίδι,
περισσότερες σκανταλιές.

Που χάθηκαν άραγε οι «ένδοξες μέρες» των παιδικών μας χρόνων;
Λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη
κρύβεται ακόμη η παιδική μου φίλη.
Ξέρει να παίζει όλα τα παιχνίδια με τα πόδια της.
Πονηρό βλέμμα, ιδρωμένα φλερτ –
δίχως φόβο μέσα στα καλοκαιρινά μεσημέρια.
Το φθινόπωρο τυλίγει τη λάμψη των νυχτερινών αποχαιρετισμών .
Ο χειμώνας σέβεται το κορμί της πιτσιρίκας
και δεν το συντρίβει –
ανυπομονεί για την ομορφιά της άνοιξης.
Που είναι τα χρόνια της αιώνιας άνοιξης;

Η Σίσσυ Δουτσίου στο voidnetwork.gr

Σχολιασμός