Ο δε Ιησούς είπεν·

«Άφετε τα παιδιά έρχεσθαι πρός με».

(Κατά Λουκάν ιη΄, 16)

Εκείνος ήτανε τώρα όλος ζωή και χαρά. Το αίμα ανέβηκε να βάψει τη χλωμή του όψι και τα μάτια έρριχναν σπίθες. Χωρίς να συλλογισθή ούτε το μεγαλείο ούτε τους προγόνους του, ούτε τι θα έλεγαν οι γύρω του πριγκίποι, δούκες, στρατάρχες, υπουργοί και δεσποτάδες, έσκυψε και εφίλησε την Μηλιά εις το μέτωπο, τα δυο μάγουλα και το σιαγόνι. Το σταυροφίλημα εκείνο, καθώς το έλεγαν, ισοδυναμούσε τότε εις την Μεγάλη Ελλάδα με επίσημοναρραβώνα. Δεν ημπορώ να είπω αν άρεσεν ο αρραβώνας εκείνος εις όλους τους αυλικούς ή μίαν τουλάχιστον αυλικήν. Όλοι όμως ηναγκάσθησαν θέλοντας και μη θέλοντας να φωνάζουν: Ζήτω η βασίλισσά μας! Το ίδιο εφώναξανεις την γλώσσαν τους και όλα τα πουλιά, και βλέποντας ότι έκλαιεν η Μηλιά ενώ την αποχαιρετούσαν, της έδωκαν την υπόσχεσι να την βλέπουν συχνά.

Οι γάμοι έγιναν την επομένην εβδομάδα με περισσή μεγαλοπρέπεια και πομπή. Εις αυτούς ήσαν καλεσμένοι και οι θετοί γονιοί της Μηλιάς, ο γέρος και η γριά, που τους έκαμνε να φαίνονται δέκα χρόνια νεώτεροι η χαρά.

Ο βασιλιάς, για να τους έχει κοντά της η αγαπημένη του γυναίκα, εζήτησε να τους εύρει καμμιά δημόσια θέσι εις την πρωτεύουσά του. Βλέποντας πόσον ήτο η γριά φρόνιμη, οικονόμα, νοικοκυρά, λιγόφαγη και εις όλα τακτική την έκανεν υπουργίναν επί των οικονομικών. Ο γέρος όμως ήταν πλέον δυσκολοβόλευτος. Δεν ήξευρεν ο άνθρωπος ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει. Ο βασιλιάς επονοκεφαλούσε να εύρη πώς ήτο δυνατόν να τον οικονομήσει, όταν έτυχε ν΄ αποθάνει ο επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως υπουργός. Μη έχοντας πρόχειρον καμμίαν άλλην, έδωκεν εις τον γέρον την θέσιν του μακαρίτη, και από τότες εγεννήθη και σώζεται ακόμη εις πολλά μέρη η συνήθεια να δίδεται εις τον πλέον αγράμματον το υπουργείον της παιδείας.

Η Μηλιά του Εμμανουήλ Ροΐδη


Ο ίδιος ο Ροΐδης σημειώνει για το διήγημά του αυτό : «Αυτό το παραμύθι ήκουσα πολλάκις κατά τους παιδικούς μου χρόνους εις την Ιταλίαν, την ουσίαν και όχι τα επεισόδια. Τα έγραψα χωρίς την παραμικράν αξίωσιν ή καν πρόθεσιν ακριβούς ψυχαρισμού».

«Το ελληνικό φανταστικό διήγημα», Τόμος Δ΄, Αίολος 1997, σελίδες 147-153

Πρώτη δημοσίευση : «Ακρόπολις Χριστουγεννιάτικη», 1895


Διατήρησα την ορθογραφία του πρωτοτύπου, με εξαίρεση το μονοτονικό και την υποτακτική, και το παραθέτω έτσι προκειμένου να μπορούν να το αποδώσουν τα προγράμματα ανάγνωσης οθόνης των ηλεκτρονικών υπολογιστών που χρησιμοποιούν τα άτομα με μειωμένη όραση.

(1971) Η Μηλιά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

(2000) Η Μηλιά, Εκδόσεις Παπαδόπουλος

(2011) Η Μηλιά, Εκδόσεις Παπαδόπουλος

(2012) Η Μηλιά, Πολιτιστική Εταιρεία Κρήτης «Πυξίδα της Πόλης»


Το πρωτότυπο απόσπασμα.

Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν·
«Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με».
(Κατὰ Λουκᾶν ιη´, 16)

Ἐκεῖνος ἤτανε τώρα ὅλος ζωὴ καὶ χαρά. Τὸ αἷμα ἀνέβηκε νὰ βάψῃ τὴ χλωμή του ὄψι καὶ τὰ μάτια ἔρριχναν σπίθες. Χωρὶς νὰ συλλογισθῇ οὔτε τὸ μεγαλεῖο οὔτε τοὺς προγόνους του, οὔτε τί θὰ ἔλεγαν οἱ γύρω του πριγκίποι, δοῦκες, στρατάρχες, ὑπουργοὶ καὶ δεσποτᾶδες, ἔσκυψε καὶ ἐφίλησε τὴν Μηλιὰ εἰς τὸ μέτωπο, τὰ δύο μάγουλα καὶ τὸ σιαγόνι. Τὸ σταυροφίλημα ἐκεῖνο, καθὼς τὸ ἔλεγαν, ἰσοδυναμοῦσε τότε εἰς τὴν Μεγάλη Ἑλλάδα μὲ ἐπίσημον ἀρραβῶνα. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ἂν ἄρεσεν ὁ ἀρραβώνας ἐκεῖνος εἰς ὅλους τοὺς αὐλικοὺς ἢ μίαν τουλάχιστον αὐλικήν. Ὅλοι ὅμως ἠναγκάσθησαν θέλοντας καὶ μὴ θέλοντας νὰ φωνάζουν: Ζήτω ἡ βασίλισσά μας! Τὸ ἴδιο ἐφώναξαν εἰς τὴν γλῶσσαν τους καὶ ὅλα τὰ πουλιά, καὶ βλέποντας ὅτι ἔκλαιεν ἡ Μηλιὰ ἐνῷ τὴν ἀποχαιρετοῦσαν, τῆς ἔδωκαν τὴν ὑπόσχεσι νὰ τὴν βλέπουν συχνά.

Οἱ γάμοι ἔγιναν τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα μὲ περισσὴ μεγαλοπρέπεια καὶ πομπή. Εἰς αὐτοὺς ἦσαν καλεσμένοι καὶ οἱ θετοὶ γονιοὶ τῆς Μηλιᾶς, ὁ γέρος καὶ ἡ γριά, ποὺ τοὺς ἔκαμνε νὰ φαίνονται δέκα χρόνια νεώτεροι ἡ χαρά.

Ὁ βασιλιᾶς, γιὰ νὰ τοὺς ἔχῃ κοντά της ἡ ἀγαπημένη του γυναῖκα, ἐζήτησε νὰ τοὺς εὕρῃ καμμιὰ δημόσια θέσι εἰς τὴν πρωτεύουσά του. Βλέποντας πόσον ἦτο ἡ γριὰ φρόνιμη, οἰκονόμα, νοικοκυρά, λιγόφαγη καὶ εἰς ὅλα τακτικὴ τὴν ἔκανεν ὑπουργίναν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν. Ὁ γέρος ὅμως ἦταν πλέον δυσκολοβόλευτος. Δὲν ἤξευρεν ὁ ἄνθρωπος οὔτε νὰ γράφῃ οὔτε νὰ διαβάζῃ. Ὁ βασιλιὰς ἐπονοκεφαλοῦσε νὰ εὕρῃ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν οἰκονομήσῃ, ὅταν ἔτυχε ν᾿ ἀποθάνῃ ὁ ἐπὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὑπουργός. Μὴ ἔχοντας πρόχειρον καμμίαν ἄλλην, ἔδωκεν εἰς τὸν γέρον τὴν θέσιν τοῦ μακαρίτη, καὶ ἀπὸ τότες ἐγεννήθη καὶ σῴζεται ἀκόμη εἰς πολλὰ μέρη ἡ συνήθεια νὰ δίδεται εἰς τὸν πλέον ἀγράμματον τὸ ὑπουργεῖον τῆς παιδείας.

Μηλιά, Εμμανουήλ Δ. Ροΐδης, 1836-1904

«Τ λληνικ φανταστικ διήγημα», Τόμος Δ´, Αολος 1997, σελίδες 147-153

Πρώτη δημοσίευση: «κρόπολις Χριστουγεννιάτικη», 1895

Ὁ ἴδιος ὁ Ροΐδης σημειώνει γιὰ τὸ διήγημά του αὐτό: «Αὐτὸ τὸ παραμύθι ἤκουσα πολλάκις κατὰ τοὺς παιδικούς μου χρόνους εἰς τὴν Ἰταλίαν, τὴν οὐσίαν καὶ ὄχι τὰ ἐπεισόδια. Τὰ ἔγραψα χωρὶς τὴν παραμικρὰν ἀξίωσιν ἢ κἂν πρόθεσιν ἀκριβοῦς ψυχαρισμοῦ».

Αγαθοδαίμων

Αγαθοδαίμων

Freelance Creator | Cinematographer | Photographer | Poet | VideoGrapher | Web Designer & Developer

Απάντηση

share on: