Το όπιο του λαού

   Σε ό,τι αφορά τη Γερμανία, η κριτική της θρησκείας έχει κατά το ουσιώδες της μέρος τερματιστεί και η κριτική της θρησκείας είναι η προϋπόθεση για κάθε κριτική.

   Η εγκόσμια ύπαρξη της πλάνης αμφισβητείται από τη στιγμή που η ουράνια της oratio pro aris et focis * αναιρείται. Ο άνθρωπος που δεν θα έχει βρει στη φαντασμαγορική πραγματικότητα του ουρανού, όπου αναζητούσε έναν υπεράνθρωπο, παρά την αντανάκλαση του εαυτού του, δεν θα είναι πια διατεθειμένος να βρίσκει απλώς την ομοίωσή του, τον μη-άνθρωπο, εκεί όπου αναζητά, και υποχρεωτικά πρέπει να αναζητά, την αυθεντική του πραγματικότητα.

  Η βάση της αντιθρησκευτικής κριτικής είναι: ο άνθρωπος κάνει τη θρησκεία, όχι η θρησκεία τον άνθρωπο. Βέβαια, η θρησκεία είναι η αυτοσυνείδηση και η αυτοσυναίσθηση του ανθρώπου, που ακόμη δεν έχει βρει τον εαυτό του, ή που τον έχει ξαναχάσει. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μια αφηρημένη ουσία κουρνιασμένη κάπου έξω από τον κόσμο. Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του Ανθρώπου,  το Κράτος, η κοινωνία. Το Κράτος αυτό, η κοινωνία αυτή, παράγουν τη θρησκεία, μια ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου, γιατί αυτά τα ίδια είναι ένας κόσμος ανεστραμμένος. Η θρησκεία είναι ή καθολική θεωρία του κόσμου τούτου, η εγκυκλοπαιδική του συνόψιση, η εκλαϊκευμένη λογική του, το σπιριτουαλιστικό του point d’honneur, ο ενθουσιασμός του, η ηθική του κύρωση, το μεγαλόπρεπο συμπλήρωμά του, το καθολικό θεμέλιο της παραμυθίας του και της δικαίωσής του. Είναι η φαντασμαγορική πραγμάτωση της ανθρώπινης ουσίας, γιατί η ανθρώπινη ουσία δεν έχει πραγματωθεί αληθινά. Πάλη λοιπόν ενάντια στη θρησκεία σημαίνει πάλη ενάντια στον κόσμο, που πνευματικό του άρωμα είναι ή θρησκεία.

   Η θρησκευτική καχεξία είναι, κατά ένα μέρος, η έκφραση της πραγματικής καχεξίας και, κατά ένα άλλο, η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική καχεξία. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ’ όπου το πνεύμα έχει λείψει. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού [1].

   Ξεπέρασμα της θρησκείας σαν απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει την απαίτηση της πραγματικής του ευτυχίας. Η απαίτηση να αρνηθεί τις αυταπάτες σχετικά με την κατάστασή του σημαίνει απαίτηση να αρνηθεί μια κατάσταση που έχει ανάγκη από αυταπάτες. Η κριτική της θρησκείας είναι λοιπόν εν σπέρματι ή κριτική της κοιλάδας αυτής των δακρύων, που η θρησκεία αποτελεί το φωτοστέφανο της.

   Η κριτική ξεγύμνωσε τις αλυσίδες από τα φανταστικά λουλούδια που τις σκέπαζαν, όχι για να κουβαλά ο άνθρωπος τις αλυσίδες χωρίς φαντασία, απελπισμένα, αλλά για να πετάξει τις αλυσίδες και να περισυλλέξει τον ζωντανό ανθό. Η κριτική της θρησκείας καταστρέφει τις αυταπάτες του ανθρώπου για να μπορέσει (αυτός) να δράσει, να σκεφτεί, να διαμορφώσει την πραγματικότητά του σαν άνθρωπος απαλλαγμένος από τις αυταπάτες, που έχει φτάσει στην ηλικία του λόγου, για να μπορεί να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, δηλαδή γύρω από τον πραγματικό του ήλιο. Η θρησκεία δεν είναι παρά ο απατηλός ήλιος πού περιστρέφεται γύρω από τον άνθρωπο όσο ό άνθρωπος δεν περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του.

   Στόχος τής ιστορίας είναι, λοιπόν, μετά την εξαφάνιση του Επέκεινα της Αλήθειας, να καθιερώσει την Αλήθεια του Ενθάδε. Κατ’ αρχήν, είναι στόχος της φιλοσοφίας, που υπηρετεί την ιστορία, αμέσως μόλις ξεμασκαρευτεί η ιερή μορφή της αυτοαλλοτρίωσης του ανθρώπου, να ξεμασκαρέψει την αυτο-αλλοτρίωση και στις βέβηλες μορφές της. Η κριτική του ουρανού μετατρέπεται έτσι σε κριτική της γης, η κριτική της θρησκείας σε κριτική του δικαίου, η κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής.

   Το κείμενο που ακολουθεί — συμβολή σ’ αυτό το καθήκον — ασχολείται κατ’  αρχήν όχι με το πρωτότυπο, άλλά με το αντίγραφο,  τη γερμανική φιλοσοφία του Κράτους και του δικαίου, επειδή και μόνο αφορά τη Γερμανία.


Γράφτηκε από τα τέλη του 1843 μέχρι το Γενάρη 1844. Πρωτοδημοσιεύθηκε στην Deutsch-Franzosische Jahrbiicher, 1844.

Υπογραφή: Karl Marx


(αρχικό) απόσπασμα από την ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου

μετάφραση: Μπάμπης Λυκούδης

επιμέλεια σειράς: Νίκος Γιανναδάκης


* λόγος υπέρ βωμών και εστιών

ΣΗΜΕΙΩΣΗ από τον μεταφραστή  Μπάμπη Λυκούδη

[1] Όπως σωστά έχει παρατηρηθεί, ή περίφημη αυτή ρήση του Μάρξ είναι, στη φραστική της διατύπωση, ένας συγκερασμός, μια «κράση» της θέσης του Πασκάλ πού θεωρεί τη θρησκευτική πίστη ως «στοίχημα υπέρ τής ύπαρξης του Θεού» και του αποφθέγματος του Μπαλζάκ: τα λαχεία είναι το όπιο του λαού. Η θρησκεία ως «φαντασμαγορική πραγμάτωση τής ανθρώπινης ουσίας», λειτουργεί ως έκφραση του ανθρώπινου δράματος και ταυτόχρονα ως διαμαρτυρία εναντίον της δυστυχίας της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι το συνεπαγόμενο της ανθρώπινης αθλιότητας και ταυτόχρονα η έξοδος από την αθλιότητα αυτή. Ο Μάρξ καταδικάζει τη θρησκεία όχι γιατί αποτελεί μια αντίφαση στη ratio —«αυτό θα ήταν Βολταίρος, όχι Μάρξ» όπως χαρακτηριστικά λέει κάπου ό Μ. Merleau Ponty — αλλά γιατί ή θρησκεία απελευθερώνει τον άνθρωπο φανταστικά, είναι μια απατηλή λύση και ως τέτοια αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο από την αναζήτηση της πραγματικής λύσης. Ή θρησκεία είναι ο «στεναγμός τής καταπιεζόμενης ύπαρξης» και ό στεναγμός είναι κακό όχι γιατί στερείται υλικής υπόστασης αλλά γιατί ανακουφίζει και γλυκαίνει τον ανθρώπινο πόνο.

Ασπάλακας

Ασπάλακας

Φανταστικός Χαρακτήρας σε Πραγματικό Προτεκτοράτο.

Απάντηση

share on: