Η γνωσιακή παρουσία της ανθρώπινης υπόστασης δεν αποτελεί την ουσία του σύμπαντος κόσμου ακόμα κι αν επιστρατεύσουμε την περίφημη «ανθρωπική αρχή».

Θα έπρεπε να αναζητήσουμε έναν άλλο όρο της ανθρώπινης υπόστασης που να της προσδίδει έναν ρόλο κλειδί στην κατανόηση της ουσίας του σύμπαντος κόσμου και θα ήθελα να συνεισφέρω σε αυτή την κατεύθυνση χωρίς να διεκδικώ πρωτοτυπία.

Το ανθρώπινο είναι ένα πάσχειν που δεν αναφέρεται μόνον στις επιβιωσιακές λειτουργίες. Από την άλλη είναι σημαντικό να μην αφήσουμε την έννοια και την κατάσταση της «υλικής» επιβίωσης του ανθρώπινου στο μη ανθρώπινο όπως κάνουμε ακόμα και τότε που δεχόμαστε την ενσωμάτωση του μη ανθρώπινου, του «ζωώδους», στο ανθρώπινο ως εξωτερικής ουσίας (προς αυτό ως ιδιάζον). Το ζωώδες είναι ανθρώπινο, δεν είναι ένα κάτι που υπάρχει «εξωτερικώς» εντός της σύνθεσης του ανθρώπινου αλλά ένα στοιχείο που ενυπάρχει στον ουσιακό ορισμό του ανθρώπινου καθιστώντας τον, στην περίπτωση που αγνοηθεί, ατυχή και αναντίστοιχο (ως ορισμό) ως προς την ανθρώπινη κατάσταση όπως είναι στην πραγματικότητα.

Με αυτή την έννοια ο υλισμός, και μάλιστα ο υλισμός που λαμβάνει σοβαρά την βιολογική πτυχή του ανθρώπινου και του μη ανθρώπινου ζώντος όντος, είναι όρος της εύστοχης σκέψης και κάθε σκέψης που δεν έχει απορροφηθεί πλήρως μέσα στην παράκρουση ενός ψυχωτικής υφής ιδεαλισμού ή σολιψισμού.

Αλλά ο όρος, ο αναγκαίος όρος, δεν είναι επαρκής από μόνος του. Το πρόβλημα είναι επιστημονικό, ερευνητικό, και βέβαια ιδεολογικό-πολιτικό ταυτόχρονα. Δεν πρόκειται να το εξαντλήσουμε, ούτε καν να το περιγράψουμε επαρκώς.

Αυτό που μας βασανίζει είναι η επιθυμία μας ενσωμάτωσης των βιωματικών στοιχείων του ανθρώπινου πάθους. Αυτό λοιπόν που μας ταλανίζει είναι η εννόηση του πάσχειν ως ιδιαζόντως ανθρώπινης ιδιότητας.

Σύμφωνα με τις ανθρωποκεντρικές θεωρήσεις ο άνθρωπος είναι το μόνο Ον που έχει με δομικούς και οντολογικούς όρους επίγνωση της θνητότητάς του. Αυτό θεωρώ πως μπορεί να αμφισβητηθεί από την εθνο-ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία των ζώων (μελέτη της κοινωνικής και υπαρκτικής συμπεριφοράς των άλλων έμβιων οργανισμών).

Η δική μου εμπειρία ως ζωόφιλου (χωρίς να έχω μετατρέψει την αγάπη μου προς τα ζώα αλλά και τα φυτά στην γνωστή υστερική αγάπη των ανθρώπων της μετανεωτερικής πόλης) μου δείχνει πως τα ζώα, και όχι μόνον τα κατοικίδια, έχουν επίγνωση του θανάτου, φόβον θανάτου, μελαγχολία θανάτου ως προς τον εαυτό τους και τα οικεία τους έμβια όντα. Υπάρχουν σπαρακτικές ιστορίες από την συμπεριφορά σκύλων λ.χ απέναντι στα «αφεντικά» τους όταν αυτά απεβίωσαν ή εχάθησαν. Θυμάμαι την συνταρακτική ιστορία ενός σκύλου που ακολούθησε τον «αφεντικό» του στο Νοσοκομείο (θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι, ο καθένας «αφεντικός» του ζώου που δεν σκοπεύει να το θρέψει για να το φάει ή να του πάρει τα έμβια προϊόντα, ένας θετός πατέρας ή ένας θετός αδερφός ή απλά ισχυρός φίλος).

Ο «αφεντικός» του σκύλου αυτού απεβίωσε και δεν βγήκε βέβαια ποτέ από το Νοσοκομείο όρθιος. Υποθέτω πως κανένας, από τάκτ ή αδιαφορία, δεν φρόντισε να δείξει στον σκύλο τον θάνατο του «αφεντικού» του (είναι αλήθεια πως τα ζώα έχουν αργή επίγνωση του θανάτου, αλλά τελικώς έχουν).

Αυτός λοιπόν ο σκύλος παρέμεινε έξω από το Νοσοκομείο μέχρι να πεθάνει και ο ίδιος, για αρκετά χρόνια.

Οι εργαζόμενοι στο Νοσοκομείο ένιωθαν να σπαράζει η καρδιά τους όλα αυτά τα χρόνια, στοχάστηκαν ίσως για την φιλία, το ζώο, τον άνθρωπο όλα αυτά τα χρόνια πολύ περισσότερο από ό,τι στην υπόλοιπη «στοχαστική» ζωή τους. Τι υπέροχη ιστορία! Πόσο λίγος είναι μερικές φορές ο άνθρωπος μπροστά στην απολυτότητα του ζώου, πόσο ψυχρός, πόσο λειψός!

Αλλά και σε άλλα ζώα υπάρχει επίγνωση θανάτου.

Όλοι ξέρουμε για τα νεκροταφεία ελεφάντων, και την απίστευτη συμπεριφορά των ελεφάντων, αυτών των υπέροχων γιγαντιαίων πεισματάρικων και καλόψυχων όντων, απέναντι στα λείψανα των νεκρών τους. Και άλλα πολλά μπορούμε να πούμε, αναφερόμενοι και μόνον στην αυτεπίγνωση θανάτου των ζώων (και όχι καν στις άλλες υπέροχες πτυχές της ζωής τους), που έκαναν και κάνουν τους ζωόφιλους όλης της γης να συνταράζονται από συγκίνηση και να αφιερώνουν την ζωή τους στους έμβιους συντρόφους μας σε αυτή την πικρή γη. Δεν θα επεκταθώ άλλο, αν και θα το ήθελα μιας και το θέμα ζώα, φυτά, περιβάλλον, είναι ένα από τα καθοριστικά στην αντίληψη της δικής μου ζωής. Αυτό που κρατάω είναι την υπόθεση (νομίζω αρκετά ισχυρή) της μη αποκλειστικότητας του ανθρώπινου και σε αυτό το σημείο, όπως και σε άλλα που αφορούν την εργαλειακότητα, την εξουσία, την αλληλεγγύη, ακόμα και ένα είδος θρησκευτικότητας. Οι ειδικοί ας μιλήσουν, και μιλάνε.

Αυτό που δυστυχώς με ταλανίζει είναι το ακριβώς αντίθετον, το θέμα δηλαδή της αποκλειστικότητας κάποιων ιδιοτήτων και καταστάσεων του ανθρώπινου.

Η πρώτη νοητική εικόνα που μου έρχεται όταν σκέφτομαι πλέον τον άνθρωπο είναι περιπεπλεγμένη δυστυχώς με άθλια πράγματα, και αυτό δεν έχει να κάνει νομίζω μόνον με την προσωπική θρησκευτική (βιωμένη) παιδεία ή ανατροφή μου.

Μα και η ίδια η θρησκεία βιώνει ως «επιμέρους σύστημα» μιαν αλλόκοτη δικαίωση σήμερα. Την ονομάζω αλλόκοτη γιατί τόσο η αθλιότητα του ανθρώπινου έχει πάλι πλεχθεί με τις δράσεις και αντι-δράσεις της θρησκείας αλλά και η αντίθεση προς την αθλιότητα έχει έναν αναπόφευκτα και θρησκευτικό ορίζοντα. Στο επίκεντρο όλων των μεγάλων «ιστορικών» θρησκειών (και αυτών που έχουν εξαφανιστεί) βρίσκεται το πάσχειν και η ενοχή του ανθρώπου με αφορμή ιδιαίτερες, δικές του πράξεις και συμπεριφορές.

Μπορεί τα ζώα να είναι (όχι πάντα) θηρία, κατασπαρακτές, αδιάφορα και σκληρά όντα (και πάντα σε ένα πλαίσιο θα έλεγα πάλι αποκλειστικώς εμβιωτικό και επιβιωσιακό), αλλά ο άνθρωπος έχει έναν Λόγο παραπάνω θηριότητας, κατασπαρακτικότητας, σκληρής ζωϊκότητας.

Όλα αυτά που λέμε, και όλα αυτά που λένε οι θρησκείες,  κινούνται στα όρια της κοινοτοπίας και της σοφίας, από του άμβωνος ή μέσα στα καφενεία μέχρι τις νοητικές περικοκλάδες των φιλοσοφικών σχολών. Δεν αρνούμαστε την κοινοτοπία, είμαστε και κοινότοποι, ή μόνον κοινότοποι, μέχρι τελικής πτώσεως. Δεν είμαστε, εμείς οι καθημερινοί, τίποτα αξιόλογον από την άποψη της αυστηρής κριτικής θεωρίας. Ας συνεχίσουμε..Αυτό λοιπόν που διαστοχαζόμαστε μέσω των ενοράσεων της θρησκείας και μέσω των καθημερινών βιωμάτων και «πληροφοριών» μας είναι μια άσχημη εικόνα της ειδικής ανθρώπινης συμπεριφοράς.

‘Οχι πρώτος, αλλά από τους καλύτερους που διέβλεψε με πραγματικό πόνο την ειδικά ανθρώπινη σκληρότητα και την ειδικά ανθρώπινη θηριωδία, ήταν ο μέγας Ρουσσώ, αυτός ο άνθρωπος μυστήριο, αυτή η μεγάλη ψυχή της νεώτερης εποχής που βγήκε όμως θαρρείς μέσα από τα έγκατα της Ιστορίας. Ας ανατρέξουν σε αυτόν όσοι θέλουν να δούνε με διαυγή αυστηρότητα την προβληματικότητα του ανθρώπινου και ας προσέξουν την δική του αμφιβολία προς την Νόηση, την Σκέψη, την ορθολογική σκληρότητα. Κάποια στιγμή θα ασχοληθούμε με την μεγάλη αυτή αφήγηση και αυτόν τον μεγάλο άνθρωπο, αναλυτικότερα. Οι λέξεις και τα νοήματα της ρουσσωϊκής καχυποψίας προς την Νόηση και τον «πολιτισμό» και του αισθητοκεντρικού του στοχασμού μου έχουν σφηνωθεί στο μυαλό από την πρώτη στιγμή που τα «μελέτησα», έχω λοιπόν την υποχρέωση να ανατρέξω κάποτε σε αυτά με τον δέοντα σεβασμό. Αλλά ας προχωρήσουμε σε αυτό τον δύσβατο και γεμάτο (θρησκευτικές και θεολογικές) παγίδες δρόμο.

Τι είναι το ανθρώπινο ως πάσχειν;

Τι είναι ο άνθρωπος ως ένα Ον που πράττει το πάσχειν του άλλου Όντος;

Πως πράττει ο κάθε άνθρωπος σε συνάφεια προς το πάσχειν του άλλου Όντος;

Είναι εύκολες αυτές οι απαντήσεις; Όλοι ξέρουμε πως όχι, αλλά και η επίγνωση της μη ευκολίας δεν σημαίνει ίσως τίποτα αν δεν θέλουμε να πονέσει, να «πάθει» η ίδια η σκέψη, η Νόηση, αυτό δηλαδή το «εργαλείο» που είναι εμπλεκόμενο στην κατασκευή της ειδικής θηριωδίας του ανθρώπινου.

Πως όμως θα «πάθει» το Νοητικό Ον;

Η ομοίωση προς το πάσχειν των άλλων Όντων υπόκειται και αυτή στην φαντασματική (ή φαντασιακή) λειτουργία της κοινωνικο-υποκειμενικής και ατομικο-υποκειμενικής υπόστασης, υπό τις ειδικές συνθήκες της ιστορικής τους συγκρότησης και συν-συγκρότησης.

Δεν αποτελεί η ομοίωση προς το πάσχειν του άλλου Όντος έναν βασιλικό δρόμο αγαθοποίησης της σκέψης αλλά πολλές φορές έναν δρόμο προς την κόλαση της αυτο-ενοχοποίησης, άρα και (προς) τον δρόμο της ετερο-ενοχοποίησης και ετεροκαταστροφής.

Οι κατεξοχήν θεολογίες και θρησκείες και «πολιτισμοί» του συμπάσχειν είναι φορτωμένες (-οι) με αυτο- και ετεροκαταστροφικά «επιτεύγματα».

Το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές το (φαινομενικά) αντίθετο του ρητού στόχου, και αυτό που απομένει είναι ένα σχεδόν ψυχωτικό αφήγημα όπου ο πόνος, το συμπάσχειν, το πάθος του πάθους και οι αυτο- και ετεροενοχοποιήσεις συγκροτούν ένα πραγματικά επικίνδυνο μείγμα θανατοπολιτικής που ερείδεται στην προνεωτερική εποχή και επεκτείνεται, σαν ανίκητη πανούκλα, στην ύστερη εποχή του καπιταλισμού. Τι φταίει γι’αυτή την μεγαλοπρεπή αποτυχία των πρώτων και ισχυρότερων συναφηγήσεων και συνομιλιών του πάσχειν με τον «εαυτό» του; Η υποτιθέμενα προλογική μορφή του Προμηθέως φαντάζει σήμερα, χωρίς να καταφύγουμε στην αρχαιοπληξία, ένα τέλειο υπόδειγμα έλλογης μορφής αυτού του αναποφεύκτως ίσως ψυχωτικού ενδοδιαλόγου, αλλά πριν οι δικαίως καταφεύγοντες στον προμηθεϊσμό μαρξιστές θριαμβολογήσουν θα τους έλεγα πως αυτή η ελλογότητα, αυτή η φαινομενική ισορροπία του «δικού» τους προτύπου ηρωϊκού και μετα-ηρωϊκού πάσχειν, έχει την δική της χωλότητα. Δεν θα επεκταθώ επ’αυτού, τα μέτωπα είναι ήδη πολλά σε αυτό το κείμενο. Θα σταθώ μόνον στην αποτυχία της πρώτης και ισχυρότερης επιθυμίας διαλόγου με τον «ενοχικό» εαυτό τής ανθρωπότητας.

Και αυτό που λέω ας ληφθεί και σε όλες τις κριτικές επεκτάσεις του, με την έννοια πως εδώ ομιλώ και για όλες τις (φροϋδικές κυρίως) θετικές αναστροφές και αρνητικές οικειοποιήσεις των «πασχόντων» ενοράσεων και θρησκειών.

Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ορθό ωστόσο το γενικό περιεχόμενο της αναγωγής των νέων κριτικών θεωρήσεων στην λιβιδική δομή, και γενικότερα στην δομή συγγενείας, περιεχόμενο που ωστόσο θα έπρεπε να αναγνωριστεί ως εκκινούμενο ήδη στην ψυχιατρική επιστήμη (πολλοί δεν καταλαβαίνουν πως η ψυχανάλυση και ψυχο-θεωρία επικρίνει την ψυχιατρική ή την ανασκευάζει έχοντας πρώτα αποδεχτεί το γενικό πραγματολογικό και προβληματο-θετικό πλαίσιό της). Το θέμα δεν είναι να φύγουμε εν εξάλλω καταστάσει από την Ήπειρο που ανακάλυψε ο Φρόυντ και η Ψυχιατρική, αλλά να επανατοποθετήσουμε το ζήτημα της ενοχής, της θηριωδίας, της ανθρώπινης υπερβολής εις τα μέσα και τους σκοπούς τής ζωϊκής και μετα-ζωϊκής της ουσίας. Αυτή η κριτική επανατοποθέτηση είναι ιδιαίτερα επώδυνη ως προς τα πρώτα αποτελέσματά της, έτσι νομίζω, αν αποδεχθούμε και αν λάβουμε υπόψιν τα οντολογικά ριζώματα της ανθρώπινης υπερβολής, με έναν τρόπο που θα κάνει να φρίξουν όλοι οι κήρυκες της αισιοδοξίας και της κριτικής απαισιοδοξίας, φιλελεύθεροι, διαφωτιστές, μαρξιστές, φροϋδικοί και λοιποί. Η ανθρώπινη υπερβολή έχει μαγαρίσει τον Κόσμο, τον έχει πληγιάσει με πληγές που είναι αδιανόητες ως προς την α-νοησία τους και την σαθρότητά τους σε οντολογικό επίπεδο. Όταν δούμε με ψυχρό μάτι όλα τα ανάλογα βίαια φαινόμενα στην άλλη έμβια ύπαρξη, ακόμα και σε όλο το «νεκρό» (θεωρούμενο ως νεκρό) σύμπαν (εδώ δεν θα ήταν ποιητική υπερβολή η εικόνα ενός βίαιου σύμπαντος), όταν δούμε λοιπόν όλο το «άλλο» Ον με το μάτι της θλίψης που προκαλεί η καρδιά μας όταν θέλουμε την ειρήνη, την καταλλαγή, τον Λόγο, τότε θα υψώσουμε τον άνθρωπο στο βάθρο της ειδικής του αθλιότητας αντικρύζοντας έναν κωμικό βασιλέα γελωτοποιό του σύμπαντος, ένα Ον ντροπή για την κοσμική αρμονία, έναν θρασύδειλο φονιά του εαυτού του και τού άλλου. Δεν θα δούμε δηλαδή και πολλά πράγματα ειδικότερα με την έννοια της ιδιαιτερότητας που κομίζει Δόξα και αυτοθαυμασμό, παρά μόνον πάλι με την κακοκωμική έννοια. Είναι λοιπόν αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο που ψάχνουμε; Είναι το ανθρώπινο ειδικά ανθρώπινο διά της εξαιρετικής του αθλιότητας και της οντολογικής του τυφλότητας;

Αυτό που γνωρίζει, όσο περισσότερο γνωρίζει τόσο χάνεται στο σκοτάδι της δύναμης της γνώσης και των μηχανισμών επιβολής στην (άλλη) Φύση.

Εδώ, παλαιοί φίλοι εχθροφίλοι και εχθροί θα έλεγαν πως προσεγγίζω επικινδύνως στους Φραγκφουρτιανούς στοχαστές, αλλά θα επέστρεφα το δώρο λέγοντας καταρχήν κάτι απλό και σκληρό για τους Φραγκφουρτιανούς:

Εννοώ αυτά που λέω (δεν μιλώ για να μιλώ) όπως κάθε στοχαστής ημι-στοχαστής ή ερμηνευτής άξιος ή της συμφοράς (εσείς θα κρίνετε) που αγαπά και σέβεται τον Ρουσσώ και θέλει να μετέχει της καχυποψίας του έναντι των «διαμεσολαβήσεων». Δεν είναι κάτι προφανώς άλλο αυτό;

Το λέω για να συνεννοηθούμε, όχι για να μιλώ για τον εαυτό μου, αν και ως Ρουσσωϊκός δεν έχω πρόβλημα ως προς αυτό…

Σχολιασμός