Μια καινούρια μέρα.

Ας κάνουμε πως τίποτα δεν έγινε,
κι αυτό που είδες  δεν συνέβη.

Τα πεζοδρομία υπομένουν στωικά,
τον καυτό ήλιο και τ’ ανελέητα τακουνιά.
Τ αυτοκίνητα σταματάνε και ξεκινάν,
φρενάρουν και μαρσάρουν.

Κρύβουν τους οδηγούς και χλευάζουν τους πεζούς.

Τα παιδιά ακόμα δεν παίζουνε στους δρόμους.

Τα παιδιά δεν ανακάλυψαν πότε τους δρόμους.

Σακούλες μακραίνουνε τα χέρια.

Το βάρος απ’ το καρπούζι είναι η  υπόσχεση της ανακούφισης στο σπίτι.

Μια μπουγάδα αλαζονική στάζει σε κεφάλια.

Μια άλλη ξεχασμένη,  ξεραίνεται και ξεθωριάζει στο σύρμα.

Μια άσχημη και μπερδεμένη χαλάει την αισθητική.
Ας κάνουμε πως τίποτα δεν έγινε.
Και τώρα ψάρια τηγανίζονται  σε ένα τηγάνι,

 πατάτες σ ένα άλλο. 

Στα πιο νοσταλγικά κεφτέδες , πιπεριές και μελιτζάνες.

 Το νερό κρυώνει στο ψυγείο.

Ο ύπνος είναι βαρύς το μεσημέρι.

 Κορμιά ιδρώνουν σε σεντόνια ριγμένα σε καναπέδες για δροσιά.

Νανουρισμένα απ’ ανεμιστήρες που ψιθυρίζουν κι ανακατεύουν υγρό αέρα.
Κι ο ύπνος να  κόβεται απ’ αυτόν που ποτέ δεν πίστεψε, πως 6 η ώρα το καλοκαίρι,

 είναι μεσημέρι, και τηλεφωνεί χωρίς αιτία ή πατάει το κουδούνι μανιωδώς.

Ούτε ο καφές δεν σε συνεφέρνει τώρα.
Θα σέρνεσαι βαριεστημένα μέχρι να ξανακοιμηθείς.
Ψύξεις , καταρροές, πονοκεφάλους  και γκρίνια δροσίζουν τα κλιματιστικά.

Το βράδυ ακούγονται οι τηλεοράσεις.

 Κάποιοι τους μιλάνε,  άλλοι τις μαλώνουν.

Πιάτα που στρώνονται στο τραπέζι

πριν  στοιβαχτούν στο νεροχύτη.
Κι ο  ήχος από το πιρούνι,
που πέφτει άτσαλα σε ένα ποτήρι,

 σε κάνει να νιώθεις ασφαλής για κλάσματα του δευτερόλεπτου,

 γιατί τον θυμάσαι από παιδί,
τότε που  το καλοκαίρι ήταν δροσερό κι  ατελείωτο

 και δεν είχες σχολείο.

Μα τώρα δεν είσαι παιδί και δεν πας πια σχολείο.

Τώρα έχεις δει αυτά που προσποιείσαι πως δεν έγιναν κι η προσποίηση

 δεν βάφεται σκοτάδι να τα ρουφήξει  όλα, και να ξεχαστούν.

Τα όλα συνεχίζουν πιο φωτεινά, πιο αιχμηρά να περπατάν το δέρμα σου,

  να σου γεμίζουν το σπίτι,
να σου πετρώνουν το στομάχι, 

να  σου παγώνουν τα δάχτυλα.
Ας κάνουμε πως τίποτα δεν έγινε
κι αυτό που είδες  δεν συνέβη

Το στόμα συνεχίζει να μιλάει
να ρωτάει, να συμφωνεί , να αδιαφορεί και ν’ αποφεύγει.

“ευχαριστώ”
“θα το φέρω αύριο”
“που είναι ο φορτιστής;”
“το έβαλες το ξυπνητήρι;”
“το ξέρω”
“σ’  ακούω”.

Βενζίνες γεμίζουνε ρεζερβουάρ

Φώτα ανοίγουν και κλείνουν.

Κάποιος γελάει, κάποιοι άλλοι γαμιούνται.

Αναλγητικά μουδιάζουν τα συμπτώματα.

Η γριά ποτίζει μ’ ένα λάστιχο τον δρόμο να δροσίσει.

Γεμίζει ταπεράκια με νερό στην γωνία για τα αδέσποτα.

Άλλοι μαλώνουν άλλοι κλαίνε.

Τσιγάρα σβήνονται, τασάκια αδειάζουν.

Η μέρα τελειώνει αργά.

Θα ήθελες πιο γρήγορα.
Τίποτα δεν έρχεται πια βολικά, και δεν μπορείς να κρυφτείς στο κρεβάτι σου,

 να κοιμάσαι για μέρες.

Η σκουπιδιάρα  αδειάζει τους κάδους κι αντιλαμβάνεσαι ότι δεν νύσταξες ακόμα

Σε τρεις  ώρες θα πρέπει να σηκωθείς…

 σε δυόμισι…σε μια…

Να θυμηθείς να κατεβάσεις τα σκουπίδια φεύγοντας  γιατί τα ξέχασες το βράδυ.

 και θα μυρίζουν τώρα με την ζεστή.

Να θυμηθείς  να χάσεις τον τρόπο να βλέπεις περισσότερα απ’ αυτά που κοιτάς. 


Και μεις θα κάνουμε πως τίποτα δεν έγινε,
κι αυτό που είδες δεν συνέβη.
Θα το κηδέψει η καινούρια μέρα.

Χωρίς φωνές.

Χωρίς παράπονο.

Χωρίς να στο χρεώσει.

Νόπη Φουντουκίδου

Νόπη Φουντουκίδου

Γεννήθηκα στη Γερμάνια. Μεγάλωσα ανάμεσα στο εξωτικό Διδυμότειχο και στη Θεσσαλονίκη πηγαινοφέρνοντας το ανορθόγραφο Παρθενώπη -δώρο ενός ληξιάρχου ερωτευμένου με τα Ωμέγα- κι εξηγώντας σε απορημένους ορθογράφους πόσο μαγικό γράμμα είναι αυτό το ωμέγα και γιατί δεν θα το διορθώσω ποτέ! Μικρή ονειρευόμουν όταν μεγαλώσω να γίνω: | α) Μπαλαρίνα | βου) Ιντιάνα Τζόουνς | και γου) Κουμουνίστρια καριέρας. Δεν πραγμάτωσα τίποτα από τα παραπάνω. Όλοι μου λέγαν από μικρή, ότι έχω χάρισμα και δυνατότητα να πετύχω στα πάντα. Εγώ πάλι δεν κατάφερα ποτέ να μεταβολίσω το χάρισμα ή την δυνατότητα σε σαλάμι, Κι αυτό είναι κρίμα … γιατί πραγματικά το σαλάμι είναι απ τα αγαπημένα μου πράγματα στη ζωή!

Σχολιάστε την ανάρτηση..

share on: