Θα ήθελα να προβώ σε μια επικαιροποιημένη συστηματοποίηση κάποιων θέσεών μου σε σχέση με την κατάσταση των πραγμάτων στην επικράτεια της “Ελληνικής Δημοκρατίας” και να σας εκθέσω τις δικές μου προτάσεις επί διάφορων κρίσιμων γεωπολιτικών/γεωπολιτισμικών και πολιτικο-ιδεολογικών ζητημάτων.

Αναγκαστικά θα υπάρχουν εμβόλιμες παρατηρήσεις (μεταξύ των θέσεών μου), οι οποίες θα διευκολύνουν την κατανόησή τους αλλά και θα διευρύνουν τον ερμηνευτικό ορίζοντα της αναζήτησής μας.

1. Όπως έχετε καταλάβει θεωρώ πλέον ως δεδομένη και αναγκαία μια μορφή συντηρητικής ενοποίησης διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών στρατηγικών εντός της “χώρας” και για την σχέση της “χώρας” με το διεθνές σύστημα.

Αν ήταν εφικτή μια πλήρως ριζοσπαστική ή επαναστατική πολιτική τότε δεν θα μίλαγα για συντηρητική ενοποίηση των στρατηγικών που μας αφορούν ως κατοίκους ή πολίτες αυτής της “χώρας”.

Η δεδομένη κατάσταση, η οποία όσο περνάει ο ιστορικός χρόνος θα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη, δεν χωράει μαξιμαλιστικές σκέψεις και σχεδιασμούς και μάλιστα αν είμαστε σοβαροί θα δούμε ότι ο μαξιμαλισμός, η πλειοδοσία σε οποιαδήποτε μορφή αποτελεί έναν βασικό κίνδυνο για τον ελληνικό λαό, αλλά και για όποιον ξένο πολίτη του έλαχε να ζήσει εδώ.

Εμένα με ενδιαφέρει βέβαια πρωτίστως ο ελληνικός λαός, κάθε τάξης ή ιδεολογικής τοποθέτησης, και αυτό είναι κάτι που δεν έχω κανένα πρόβλημα να το δηλώσω παρά το γεγονός πως αποτελεί ένα διαβατήριο αυθαίρετης κατάταξης κάποιου εκεί όπου θέλουν να τον κατατάξουν σήμερα οι κάθε λογής ανόητοι της “νέας αριστεράς” ή του “νέου φιλελευθερισμού”.

Νομίζω πως και έτσι δεν είναι αναγκαίο να αναφερθώ παραπάνω στο ζήτημα της ιεράρχησης των πραγμάτων.

Τα πράγματα είναι πολύ απλά για μένα αλλά και για την συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού, και θα τα ξεκαθαρίσω από εδώ μια και καλή:

Η Ελλάδα είναι όχι μόνον μια εθνική επικράτεια και ένα εθνικό κράτος αλλά ειδικότερα είναι μια εθνοτική επικράτεια και ένα εθνοτικό κράτος, είναι δηλαδή ένα πολιτειακό και υλικό-διανοητικό τοπικό υπο-σύστημα/σύστημα οργάνωσης της ανθρώπινης κοινωνίας όπου εκτός από τις μεταβαλλόμενες και ελεύθερα επιλεγόμενες πολιτειακές και οικονομικές συγκροτήσεις “εντός” του, κυρίαρχη είναι και θα παραμείνει η ελληνική (ή νεο-ελληνική) εθνοτική συλλογικότητα.

Όποιος φαντάζεται πως θα υπάρξει άρση αυτής της εθνοτικής θεμελιακότητας της πολιτειακής και ιδεολογικής συγκρότησης του νέου έθνους κράτους, τον πληροφορώ πως έχει υπολογίσει λάθος.

Ακόμα κι αν υπάρξει άρση της συνταγματικής επισήμανσης αυτού του εθνοτικού καθορισμού η λαϊκή συνείδηση στο ζήτημα αυτό θα παραμείνει όπως έχει, και όποιος θέλει να έρθει σε αντιπαράθεση με αυτό το μόνιμο στοιχείο της λαϊκής συνείδησης να ξέρει πως: α) θέτει τις προϋποθέσεις για μια κοινωνική και πολιτειακή αναταραχή με μεγάλο βάθος και ένταση αλλά ταυτόχρονα χωρίς αυτή η αναταραχή να περιέχει κανέναν ελευθεριακό ή απελευθερωτικό και πραγματικό ορίζοντα:Ήτοι, δεν πρόκειται για μια πιθανή αναταραχή με ένα αίσιο σοσιαλιστικό ή αυτόνομο ή δημοκρατικό φιλελεύθερο τέλος, και β) με αυτό τον τρόπο ανοίγει το Κουτί της Πανδώρας και στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων της χώρας.

Ο εθνοτικός αυτοκαθορισμός του νεο-ελληνικού έθνους κράτους είναι αποτέλεσμα κοινωνικο-ιστορικών και γεωπολιτικών/γεωπολιτισμικών συνθηκών οι οποίες όχι μόνον δεν αίρονται σήμερα αλλά στην πραγματικότητα επιτείνονται και οξύνονται ως προς τους λόγους της ύπαρξής τους.

Αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχει τελειωτική κλειστότητα στον αυτοκαθορισμό αυτό, ούτε πως επιδιώκεται ένας ακριβής ορισμός του που να έχει έναν διαχρονικό χαρακτήρα.

Πάντως μια εθνοτική ταυτότητα δεν είναι δυνατόν να είναι ανοιχτή, περιέχει έναν ισχυρό βαθμό συστημικής κλειστότητας.

Η επιδιωκόμενη από αρκετές και ετερογενείς δυνάμεις κοινή στρατηγική της ελληνικής εθνοτικής διατήρησης περιέχει ωστόσο σημαντικά προβλήματα που αφορούν τον κεντρικό εσωτερικό καθορισμό της σε αναφορά προς την ιδεολογική της μορφοποίηση αλλά και τις διεθνείς συμμαχίες που επιτάσσει.

Η κεντρική ελληνική εθνοτική/εθνική αφήγηση παραμένει ακόμα υπό πραγμάτευση σε έναν βαθμό που είναι σημαντικός και μερικές φορές διαλυτικός, αν και προβλεπόμενος αφού εκφράζει τα παγκόσμια διλήμματα του ελληνισμού και όχι μόνον μιαν κατά κάποιο τρόπο έλλειψη κοινής στρατηγικής η οποία προέρχεται από ιδεολογικές επιλογές.

2. Υπάρχει ανάγκη μιας τεκμηριωμένης ανασύστασης και εξορθολόγισης των εθνικών μύθων στα πλαίσια των πραγματικών αξιών και των πραγματικών συμφερόντων ενός ολιγάριθμου και αντικειμενικά “στριμωγμένου” γεωστρατηγικά λαού, όπως είμαστε εμείς.

Δεν έχουμε κανέναν λόγο ούτε να υποκύψουμε στις χυδαίες δυτικές αφηγήσεις για τον εξωδυτικό χώρο, ούτε να αντικαταστήσουμε άκριτα αυτές τις αφηγήσεις με τις “αντίστοιχες-αντίθετες” αλλά μερικές φορές παρανοϊκότερες αφηγήσεις των εξω-δυτικών ή αντι-δυτικών δυνάμεων όπως είναι λ.χ οι νεο-Ρώσοι, οι Σέρβοι ή οι Άραβες (διαχρονικά).

Βρισκόμαστε μέσω ισχυρών ιδεολογικών και ερμηνευτικών ρευμάτων μέσα στην παγκόσμια φουσκοθαλασσιά και η υψηλή στρατηγική μας κινδυνεύει να παρασυρθεί πότε στο ένα ή το άλλο ρεύμα.

Μην ξεχνάμε πως η ερμηνεία του κόσμου και η υψηλή στρατηγική μιας κοινωνικής ή εθνικής ομάδας πάντα συνυφαίνονται.

Το θέμα δεν είναι μόνον ιδεολογικό, είναι και εξόχως πρακτικο-πολιτικό.

Η επιβολή της μιας ή της άλλης ερμηνείας που διανέμουν διάφορες μεγαλύτερες ή μικρότερες γεωπολιτικές και γεωπολιτισμικές δυνάμεις, θα έχει καταστροφικές συνέπειες.

Η επιδίωξη μας για μια ρεαλιστική και ευφυή διεθνοπολιτική (ενεργητική) ουδετερότητα πρέπει να συνοδεύεται και από μια αντίστοιχη ζωογόνα ιδεολογική (ενεργητική) ουδετερότητα και αντικειμενικότητα, και αυτό πρέπει να γίνει όχι μόνον για λόγους ηθικής και ιδεολογικής τάξης αλλά φρονώ και γιατί λόγω συγκεκριμένων συνθηκών μας συμφέρει.

3. Η κυρίαρχη ιδεολογία και κοσμοθεωρητική νοοτροπία στην Ελλάδα δεν είναι ο αστικός δυτικισμός αλλά ένα μείγμα αστικού δυτικισμού και αντι-δυτικισμού “ορθόδοξης” ή ψευδο-ορθόδοξης προέλευσης.

Τα προβλήματα που σχηματίστηκαν από την διπλή αντιπαράθεση του ελληνισμού με την Δύση και την ισλαμική ή κοσμικίζουσα, οθωμανική και μετα-οθωμανική, Ανατολή, απέκτησαν έναν ορίζοντα φυγής, ένα αντινομικό κοσμοθεωρητικό πλαίσιο που εκφράστηκε κατά καιρούς από την επικρατούσα θρησκευτική και θεολογική παράδοση και ταυτότητα της χώρας ή από έναν αντι-ιμπεριαλισμό αντιδυτικισμό αριστερής προέλευσης.

Πάντα σημαντικό ρόλο παίζει και το καταγωγικό ζήτημα σε σχέση με την Αρχαία Ελλάδα, είτε αυτό παίρνει μια σοβαρότερη και στιβαρότερη μορφή είτε περιορίζεται σε ακίνδυνες ή επικίνδυνες γραφικότητες.

Δεν θεωρώ πως αυτό το γενικότερο ταυτοτικό πλέγμα ήταν κάτι το “οντολογικά” λανθασμένο, ένα “κακό”, όπως το παρουσιάζει η νέα αριστερά και ο ακραίος κοσμοπολιτικός φιλελευθερισμός, αλλά έχει σημαντικούς περιορισμούς, σημαίνει ένα ιστορικό όριο που είναι να υπερβληθεί.

Για να γίνει αυτή η υπέρβαση είναι αναγκαίο να αναφερθούμε πάλι στην σχέση της χώρας και της ελληνικής εθνότητας (που την κυριαρχεί και θα την κυριαρχεί) με τον δυτικό κόσμο σε όλες του τις διαστάσεις (οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές κ.λπ), αλλά επίσης είναι αναγκαίο να αναφερθούμε και στην σχέση της ελληνικής εθνικής και εθνοτικής συνείδησης με το ζήτημα της Ανατολής και το ζήτημα του Σιωνισμού και της Νέας Ανατολής.

Υπάρχει εκτός από τον παραδοσιακό αντιδυτικισμό, ο οποίος όμως έχει αρκετές ιστορικές και γεωπολιτικές αιτιολογίες/δικαιολογίες για να υπάρχει, και μια γενικότερη παράδοση αντισημιτισμού και “αντισιωνισμού” η οποία είναι αρκετά σύγχρονη, άρα σε μεγάλο βαθμό τεχνητή, αντεθνική και σκόπιμα σχηματιζόμενη από ένα μεγάλο μέρος της δεξιάς και αριστερής διανόησης.

Δυστυχώς ακόμα και εμείς στο παρελθόν αν και σε καμμία περίπτωση αντισημίτες ή “αντισιωνιστές” δεν διαβλέψαμε καίρια τον ειδικό ρόλο αυτών των υπο-ιδεολογιών όχι μόνον στον σχηματισμό μιας αντιδραστικής ιδεολογικής κατάστασης αλλά και στην συσκότιση και την στρατηγική ανάσχεση των πραγματικών εθνικών δημοκρατικών αναγκών και των αληθινών γεωπολιτικών/γεωπολιτισμικών επιδιώξεων του ελληνικού λαού.

Για να κατανοήσουμε την σημασία αυτής της αντιδραστικής συσκότισης/ανάσχεσης θα πρέπει να δούμε με βάση πρόσφατα ιστορικά γεγονότα πως αυτή υπάρχει ενεργά και πως δίνει όπλα στον άκριτο και υπόδουλο δυτικισμό να ηγεμονεύει και να κυριαρχεί στην χώρα.

Ας δούμε τις δύο καθοριστικές στιγμές αυτής της ανάσχεσης στο ιστορικό μας παρόν.

4. Υπάρχουν λοιπόν δύο ιστορικές στιγμές.

α) Η στιγμή του (ενδο-)γιουγκοσλαβικού πολέμου και β) η στιγμή της πτώσης του σοσιαλιστικού συστήματος.

Ας εξετάσουμε εδώ την στιγμή (α)

Στιγμή (α):

Κατά την διάρκεια του γιουγκοσλαβικού πολέμου η ελληνική εθνότητα, ο ελληνικός λαός, στάθηκε -και δικαίως στάθηκε- στο πλευρό του αδερφού σερβικού λαού.

Η γενικότερη ευθύνη της σερβικής ηγεσίας και του σερβικού εθνικισμού για την χυδαία και γενοκτονική μορφή που πήρε ο αντι-ηγεμονικός αντι-δυτικός αγώνας δεν εμπόδισε τον ελληνικό λαό να δώσει την αλληλεγγύη του στους Σέρβους.

Από μια ευρύτερη σκοπιά αυτή η επιλογή των Ελλήνων ήταν ορθότατη και ιστορικά προνοητική, εφόσον έδειχνε πως ο λαός μας δεν έχει υποκύψει άνευ όρων ή και καθόλου στην δυτική γεωπολιτική/γεωπολιτισμική Λογική και δεν σκοπεύει να διώξει από “μέσα του” την ευφυία που επιτάσσει ο κυνικός και ρεαλιστικός γεωπολιτικός/γεωπολιτισμικός στοχασμός.

Όλοι οι Έλληνες ξέρανε πως οι Σέρβοι εγκληματούσανε και κακώς εγκληματούσανε, όλοι ξέρανε πως οι Σέρβοι εθνικιστές, εθνοαριστεροί και ακροδεξιοί, βάφανε τα χέρια τους με αθώο αίμα, αλλά δεν πάψανε να δίνουν στο σερβικό έθνος την αλληλεγγύη τους.

Αυτή η αλληλεγγύη, πλατειά και βαθιά όπως ένας μεγάλος ποταμός, προκαλούσε και προκαλεί το μίσος και την απορία τόσο της Δύσης όσο και των εδώ φανατικότερων τοποτηρητών της.

Ήταν εντελώς αναμενόμενο αυτοί οι αντίπαλοι της ελληνικής συνείδησης να εντοπίσουν και να οξύνουν γνωσιακά τα σκοτεινά σημεία τόσο του νέου σερβικού εθνικισμού όσο και της ελληνικής αλληλεγγύης προς αυτόν, και προς τον ίδιο τον σερβικό λαό.

Όσο οι Σέρβοι εθνικιστές και οι Έλληνες εθνικιστές και αντι-ιμπεριαλιστές τόνιζαν τον ρόλο της ιμπεριαλιστικής Δύσης στην διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την μονομερή επίθεση στην σερβική εθνοτική δύναμη, τόσο οι δυτικοί και οι εδώ ιδεολογικοί τοποτηρητές τους τόνιζαν τα εγκλήματα και τις αθλιότητες των Σέρβων εθνικιστών και των Ελλήνων εθνικιστών που έτρεξαν να τους βοηθήσουν (και στα εγκλήματα).

Η αλήθεια είναι πως ο ελληνικός λαός έκανε ένα μεγάλο λάθος με τον τρόπο που εξέφρασε και ανέπτυξε την αλληλεγγύη του προς στους Σέρβους (δεν μιλάω για τους φασίστες που έτρεξαν να συμμετάσχουν σε εγκλήματα της τσέτνικ μιλίτσιας του Κάρατζιτς, αυτοί είναι απλά άθλιοι).

Με τον τρόπο του δε έδειξε και εσωτερικά διαρθρωτικά προβλήματα στην δική του ιδεολογική, ιστορική και εθνοτική συνείδηση.

Αυτού του τύπου οι εθνικές εθνοτικές μάχες είναι απαράδεκτες και από ηθική/ιδεολογική και από πολιτικο-στρατιωτική σκοπιά.

Δεν ταιριάζουν προς τον ελληνισμό στην ολότητά του ακόμα κι αν τον θέσουμε στο αναγκαστικό πεδίο της κυνικής/ρεαλιστικής στρατηγικής.

Ενώ είναι ορθή η γενική ελληνική επιλογή της άνευ όρων αλληλεγγύης προς τους Σέρβους, πράγμα που θα αναλύσουμε κάποια στιγμή στο μέλλον, είναι εντελώς λανθασμένη η επιλογή της ακρισίας σε σχέση με την μέθοδο που επέλεξε η σερβική ηγεσία και ο σερβικός λαός για να υπερασπιστεί τα δίκια του, που είναι πολλά.

Οι Σέρβοι έκαναν (κυρίως στην Βοσνία Ερζεγοβίνη) φρικαλέα εθνοτικά εγκλήματα χωρίς να υπάρχει κανένας πολιτικο-στρατιωτικός Λόγος.
Και να υπήρχε ένας τέτοιος πολιτικο-στρατιωτικός Λόγος δεν σημαίνει πως επικροτούμε γενοκτονικά στυγερά εγκλήματα.

Αλλά συν τοις άλλοις δεν υπήρχε κανένας Λόγος και αυτού του τύπου.

Ο πόλεμος, ειδικά ο εθνοτικός/εθνικός είναι μια σκληρή υπόθεση, πιθανόν να επιδιώξει κάποιος μιαν μη νόμιμη και μη ηθική με την “άσπιλη” έννοια μορφή εθνοτικών διώξεων και εκτοπίσεων, αλλά και εκεί ακόμα υπάρχουν όρια που δεν είναι ούτε ηθικά ορθό να υπερβληθούν ούτε ακόμα και πολιτικο-στρατιωτικά.

Οι Έλληνες είδαν στους Σέρβους αυτό που δεν τόλμησαν να κάνουν οι ίδιοι, λόγου χάριν στην Θράκη, μετά την άγρια δίωξη των Ελλήνων της Κύπρου και της Κωνσταντινούπολης.

Το λάθος τους όμως (και των Σέρβων, στην πράξη) είναι ότι μια ανταποδοτική γεωπολιτική εκδίωξη ή εκτοπισμός πληθυσμού λόγω της απαράδεκτης προδοτικής συμπεριφοράς του ή λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς της “μητέρας πατρίδας” του, δεν είναι και αυτή χωρίς όρια, ηθικά πολιτικά πολιτικοστρατιωτικά.

Μπορεί και πρέπει να γίνει αλλιώς και όχι με τον γενοκτονικό τρόπο τον οποίο χρησιμοποίησαν οι Τσέτνικ εθνικιστές Σέρβοι και τον οποίο ανέχτηκε ή και κάλυψε (αναγκαστικά θεωρώ) ο Μιλόσεβιτς.

Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να υπερασπιστώ το δικαίωμα ενός λαού να εκδιώκει έναν άλλο, για πολλούς λόγους ή απλά και για να διατηρήσει την εθνοτική ή εθνική του κυριαρχία (πράγμα πασιφανές λόγου χάριν με τους διάφορους επήλυδες).

Αλλά, χωρίς να νοιαζόμαστε καθόλου για το “διεθνές δίκαιο” πρέπει να θέσουμε κάποια όρια και κάποιους εσωτερικούς όρους για τον τρόπο και το περιεχόμενο αυτής της πιθανής δίωξης.

Ορθώς λοιπόν οι Έλληνες διέβλεψαν ότι οι Σέρβοι εφάρμοσαν στην πράξη το αναφαίρετο λαϊκό δικαίωμα της εθνοτικής εκδίωξης, διενεργώντας μιαν “εσωτερική” αναπληρωτική αναλογία προς την δική τους απαράδεκτη αδυναμία να πράξουν το ίδιο με τους Τούρκους της Θράκης, αλλά λανθασμένα δεν είδαν ότι αυτό δεν πρέπει γίνεται με αυτόν τον εκτός όλων των ορίων τρόπο, και για λόγους ηθικής και ιδεολογικής τάξης και για λόγους ρεαλιστικής σημασίας.

Έκαναν “εσωτερικά” το ίδιο λάθος με το λάθος που έκαναν “εξωτερικά” οι ίδιοι οι Σέρβοι εθνικιστές, λαός κ.λπ

5. Υπάρχει το δίλημμα της δύναμης του αδύναμου.

Ακόμα και ένας αδύναμος πολιτικός και εθνοτικός συντελεστής έχει την δυνατότητα και το δικαίωμα να ασκήσει την εξουσιαστική φρίκη που ασκεί μονομερώς και δικαιϊκά αποκλειστικά ο δυνατός πολιτικός και εθνοτικός συντελεστής.

Η άσκηση του δικαιώματος αυτού πρέπει να αναδειχθεί/αναδυθεί θεωρητικά/αξιακά και πολιτικά χωρίς αυτή η ανάδειξη/ανάδυση να σημαίνει τελική αποδοχή του ως δεδομένου και ισχύοντος κατά την γενική ιδεολογική και ηθική τάξη.

Όμως ο αδύναμος ή “αδυναμότερος” βρίσκεται προ του διλήμματος της εκτέλεσης ή εφαρμογής του δικαιώματος εξουσιαστικής φρίκης ή της απάρνησης αυτού του δικαιώματος.

Έχει σημασία να τονίσουμε εδώ εμφατικά πως πρέπει η άρνηση εφαρμογής αυτού του δικαιώματος να αναδειχθεί/αναδυθεί και σημανθεί, ακόμα και δικαϊκά, ως απ-άρνηση.

Η έννοια της απ-άρνησης προϋποθέτει την πρωταρχική ύπαρξη της θετικής δυνατότητας αυτού που είναι να απ-αρνηθούν οι όποιοι δρώντες.

Θα ρωτήσει κάποιος, πάλι εμφατικά: μα τι λέτε; έχουν ας πούμε δικαίωμα εθνοκτονίας ή γενοκτονίας οι αδυναμότεροι ή εκδιωχθέντες λαοί ή εθνοτικές ομάδες; όχι, δεν λέω αυτό, λέω πως υπάρχει ένα σύνολο εξουσιαστικών φρικαλέων πρακτικών, με ορθολογικό και συγκεκριμένο κυριαρχικό περιεχόμενο, οι οποίες είναι στερημένες επιλεκτικά από όσους η Δύση επιλέγει να τις στερήσει.

Η γενοκτονία, και η εθνοκάθαρση η οποία αγγίζει τα όρια της γενοκτονίας δεν έχει κανένα ορθολογικό εξουσιαστικό κυριαρχικό περιεχόμενο, αλλά και κάθε εξουσιαστική φριχτή πρακτική δεν είναι εξ’ όρισμού γενοκτονική ή εθνοκτονική απλώς δια της περιεχομενικής ύπαρξης φρικτών πρακτικών.

Όταν στους εθνικούς/εθνοτικούς πολέμους η Δύση ασκεί το υποτιθέμενο δικαίωμά της να κρίνει ποιος έχει ή δεν έχει γενοκτονική πρόθεση και ψάχνει σε κάθε φρικτή πρακτική μιας στοχοποιημένης εθνοτικής ή πολιτικής ομάδας την γενοκτονική πρόθεση κατά κάποιο τρόπο έλκει την κατάσταση προς τα εκεί.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια μια εκ των υστέρων δικαίωση ή αθώωση όσων προέβησαν όντως σε γενοκτονικές πρακτικές έστω με την ώθηση της Δύσης, εφόσον η ίδια η πράξη έχει την ανήθικη και ειδικά απάνθρωπη αυθυπόστασή της ακόμα κι αν υποθέσουμε πως προέκυψε από μιαν έμμεση εργαλειοποίηση των εθνικιστών που την διενέργησαν από την Δύση.

Ποια είναι όμως η πραγματική ευθύνη και η παλιανθρωπιά της Δύσης φαίνεται στην διάκριση δύο συμβάντων στην γιουγκοσλαβική κρίση:

Είδατε να παρεμβαίνει συγκεκριμένα αποτρεπτικά η Δύση στις γενοκτονικές εθνοκαθάρσεις που διενέργησαν οι Σέρβοι Τσέτνικ στην Βοσνία Ερζεγοβίνη;

Όχι, δεν την είδατε.

Όταν όμως οι Σέρβοι του εθνικού στρατού της Σερβίας, χωρίς οι μιλίτσιες να έχουν το πρώτο χέρι, εκδίωξαν τον Αλβανικό πληθυσμό από το Κόσοβο, χωρίς να προβούν σε κάτι άλλο εκτός της εκδίωξης, τι έκανε η Δύση;

Άμεση παρέμβαση.

Αυτό λέει πολλά, και επίσης μας δίνει το δικαίωμα να μην αναγνωρίζουμε κανένα διεθνές δικαστήριο περί δικαιωμάτων και τα λοιπά.

Δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να εφαρμόζεται, άρα δεν υπάρχει δίκαιον, άρα δεν υπάρχει καν συζήτηση επί της ορθότητας της κρίσης ή μη ορθότητας της κρίσης του  όποιου διεθνούς ψευτο-δικαστηρίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, άρα ο αδύναμος ή αδυναμότερος πολιτικός ή εθνοτικός συντελεστής έχει κάθε δικαίωμα να ασκήσει αν θέλει ακραίες ή ακόμα και φρικτές πρακτικές, εντός κάποιων ορίων, αλλά όχι αυτών των ορίων που θέτει η Δύση, όπως τα θέτει ρητά αλλά και υπόρρητα με τον τίτλο “υποταχθείτε”.

6. Πρέπει να υπάρξει μια σοβαρή συζήτηση μεταξύ σοβαρών ανθρώπων για το ποιος είναι ο πραγματικά αδύναμος στην διεθνή γεωπολιτική και γεωπολιτισμική σκηνή.

Είναι πραγματικά αστείο λόγου χάριν να θεωρείται πως ο εβραϊκός ισραηλινός λαός είναι το “κακό τέρας” της δύναμης μέσα στην παναραβική θάλασσα και πως μια μικρή αιχμή αυτής της παναραβικής θάλασσας στα όρια της μικρής εβραϊκής επικράτειας είναι το “αδύναμο πρόβατο”.

Οι Εβραίοι του Ισραήλ είναι περικυκλωμένοι από μια θάλασσα κακοήθειας και βίας και παρουσιάζονται ως τέρατα, ενώ οι “Παλαιστίνιοι” που στην πραγματικότητα είναι οι Άραβες που ζούσανε ή ζούνε σε έναν από τους πολλούς τόπους της παναραβικής θάλασσας παρουσιάζονται ως θύματα, πρόβατα και γενικά ως οι αεί καταπιεζόμενοι.

Οι ωμές εθνοτικές αμυντικές πρακτικές των Εβραίων ισραηλινών, στο παρελθόν και το παρόν της αραβο-ισραηλινής διαμάχης, δεν ξεπέρασαν ποτέ (όλα) τα όρια όπως τα ξεπέρασαν οιωμές εθνοτικές πρακτικές των Σέρβων τσέτνικ και του συνυπεύθυνου μερικώς Μιλόσεβιτς στην περίπτωση της Βοσνίας Ερζεγοβίνης.

Συνδέστε τώρα αυτό το τελευταίο παράδειγμα με την θέση 5, αλλά και τις προηγούμενες..

Ιωάννης Τζανάκος

Ιωάννης Τζανάκος

Ατέρμονη διεργασία..

Σχολιάστε την ανάρτηση..

share on: