Μουσικός. Γεννήθηκε στη Νεάπολη κι εξακολουθεί να ζει στη Θεσσαλονίκη. Αντέχει τον Καζαντζίδη μόνο τις Κυριακές και διακατέχεται από το σύνδρομο του χαμένου φτωχοπαραδείσου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νεάπολη της δεκαετίας του ’60, μια φτωχοσυνοικία -τότε- της Θεσσαλονίκης. Θυμάμαι χαμόσπιτα, αλάνες και γειτονιές ανθρώπων δεμένων μεταξύ τους μέσα στην ανέχεια, να δουλεύουν, να γλεντάνε, να καυγαδίζουν, να μονοιάζουν, κι εμείς παιδιά -πολλά παιδιά- ξαμολημένα στους δρόμους να παίζουμε τα καλοκαίρια απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, μέχρι να μας μαζέψουν με το ζόρι στο σπίτι. Διακατέχομαι κι εγώ από το σύνδρομο του χαμένου φτωχοπαραδείσου.

Μικρός μου άρεσε να στήνω μικρές θεατρικές παραστάσεις μπροστά στα άλλα παιδιά, υποδυόμενος όλους τους ήρωες των αυτοσχέδιων ιστοριών μου, πράγμα που ενοχλούσε τον πατέρα μου. Όποτε με ανακάλυπτε, με τράβαγε κατευθείαν στο σπίτι. Υποψιάζομαι πως αυτό μου το βίτσιο τον τρόμαζε σαν προοίμιο, ίσως, μιας μελλοντικής μου ομοφυλοφιλίας – πράγμα για το οποίο αργότερα διαψεύστηκε πανηγυρικά.

Πρώτη μου μουσική μνήμη είναι η «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη και ο Καζαντζίδης στα ραδιόφωνα κάθε Κυριακή. Ακόμα και σήμερα, τον Καζαντζίδη μόνο Κυριακές τον αντέχω.

Ύστερα ήρθε η εφηβεία. Η έντασή της είχε πια μεταφερθεί μέσα σε ασφυκτικά διαμερίσματα, σε κακόγουστες πολυκατοικίες, και οι πρώτες μουσικές μεταπολιτευτικές απογοητεύσεις μου -κακοφορμισμένα «αντάρτικα» και κνίτικες μπαλάντες- γρήγορα ξεπεράστηκαν με τις ενθουσιώδεις ακροάσεις των Beatles, Rolling Stones, Pink Floyd. Το μυαλό μου, η καρδιά μου και το σώμα μου είχαν βρει επιτέλους το μονοπάτι της απελευθέρωσης. Με τον Γιώργο Καρρά στα γρήγορα αγοράσαμε κιθάρες και αρχίσαμε να ψάχνουμε τα μαγικά ακόρντα. Λίγο αργότερα έπεσε στα χέρια μου το «Rise and fall of Ziggy Stardust» του David Bowie – το άκουσα πρώτη φορά στα ακουστικά, αργά το βράδυ, ανάμεσα σε διαβάσματα για το λύκειο. Όλοι στο σπίτι κοιμούνταν. Όταν έβγαλα τα ακουστικά κάτι είχε αλλάξει πια μέσα μου για πάντα.

Από μικρός, όταν με ρωτούσανε «τι θέλεις να γίνεις;», σκεφτόμουν πως δεν ήθελα να γίνω τίποτα. Σιγά-σιγά όμως, όσο άκουγα αυτή την υπέροχη μουσική, καταλάβαινα πως ήθελα να ασχοληθώ μαζί της, να αφοσιωθώ σ’ αυτήν και να βουτήξω μέσα της. Ήμουν αποφασισμένος και κάπου βαθιά μέσα μου σίγουρος ότι θα τα καταφέρω, παρ’ ότι οι αντικειμενικές συνθήκες ήταν όλες σκληρά εναντίον μου.

Στη Νεάπολη, το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70, εκτός από το εργατικό κίνημα, το ΚΚΕ και τα λοιπά, υπήρχε και μια ζωντανή -ας την πούμε ροκ- μουσική σκηνή. Μια κοινότητα από υπέροχους αλητάμπουρες που είχαν γράψει στ’ αρχίδια τους τη δήθεν πολιτική και την ίδια τους τη φτώχια και τζαμάρανε με διάφορα σχήματα σε υπόγεια, σε μισοερειπωμένες αποθήκες βενζινάδικων με φτηνά νοίκια, κι όπου, τέλος πάντων, μπορούσαν να στηθούν δυο ενισχυτές και ένα ψευτοσέτ τύμπανα. Hard rock, heavy metal, punk rock, τα πάντα μπορούσες να ακούσεις, φτάνει να ήξερες πού και πότε. Οι Μοβ είχαν ήδη δισκογραφήσει και ήταν θρύλοι και οι Γκρόβερ ετοίμαζαν τα πρώτα τους τραγούδια που θα έμπαιναν αργότερα στη θρυλική συλλογή «Διατάραξη κοινής ησυχίας». Εκεί γύρω ξεκινήσαμε με τον Καρρά να στήνουμε τις Τρύπες. Τα πρώτα μας τραγούδια, τα «Ασφάλεια», «Νταβατζής», «Άσχημο όνειρο», τα πρωτοπαίξαμε σε ένα live στα πανεπιστήμια με τον συχωρεμένο Μιχάλη Κανατίδη στην κιθάρα, τον Κώστα Φλωροσκούφη στα τύμπανα και τον Γιώργο Χριστιανάκη στα πλήκτρα. Η συνέχεια, για όσους μας αγάπησαν, είναι λίγο πολύ γνωστή.

Τη δεκαετία ’82-’92, με τον Μπάμπη Παπαδόπουλο πλέον στην κιθάρα, πεινώντας και διψώντας, ηχογραφήσαμε τρεις δίσκους και κάναμε αρκετά υπέροχα live σε περιορισμένα αλλά φανατικά ακροατήρια. Παρ’ όλα αυτά, έκανα διάφορες δουλειές για να μπορώ να στέκομαι στα πόδια μου και να συνεχίζω: μάζευα σταφύλια στην Κρήτη, σερβιτόρος, DJ, εργάτης, μα πάντα στο βάθος μουσικός με πίστη, συνείδηση και ελπίδα.

Μετά το ’93, το σκηνικό με τις Τρύπες άλλαξε αναπάντεχα. Η επιβίωση είχε κερδηθεί, μα ποιος χορταίνει μόνο με επιβίωση; Από κει και πέρα, είχαμε να δείξουμε στον εαυτό μας γιατί βρεθήκαμε εκεί που βρεθήκαμε. Ζούσαμε πια σε μια παρανοϊκή χώρα από φοβισμένους φτωχοδιάβολους που πίστευαν πως τίποτα καλύτερο δεν μπορούσε να τους συμβεί από το να τρώνε, να χέζουν και να βλέπουν τηλεόραση. Όποιος μπορούσε να τους εξασφαλίσει αυτό ήταν η αρχηγάρα τους. Η αισθητική, η ηθική, ο αυτοσεβασμός, η αλληλεγγύη, η αγωνία για εξέλιξη είχαν πάει κατά διαόλου. Τα βάλαμε με όλους και με όλα. Τις φάγαμε, αλλά δώσαμε κιόλας. Δόξα τω Θεώ, το γλεντήσαμε. Το ευχάριστο ήταν ότι πολύς κόσμος το γλεντούσε μαζί μας.

«Δεν πρόκειται ποτέ να μείνω μόνος, στη χειρότερη περίπτωση θα ‘μαι με το Θεό». Αυτή η φράση του Χένρι Μίλερ με σημάδεψε από έφηβο. Πάντα πορεύομαι με φίλους και φίλοι είναι αυτοί που μαζί κοιτάνε στο ίδιο σημείο του ορίζοντα και πηγαίνουν σκουντουφλώντας προς τα κει χαρούμενοι. Ο άντρας που διεγείρει τη δημιουργικότητά μου είναι ο φίλος. Η γυναίκα που διεγείρει τη δημιουργικότητά μου είναι ο έρωτας. Ή μήπως όλα είναι έρωτας; Άντε βγάλε άκρη.

Και οι πιο μεγάλοι έρωτες κάποτε τελειώνουν. Στη ζωή εννοώ, γιατί στο σινεμά, στα βιβλία και στην καλλιτεχνική φαντασία γενικώς, τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν και καλύτερα. Ο έρωτας με τις Τρύπες κάποτε τέλειωσε και ο καθένας ξέρει πόσο δύσκολο είναι να σαλπάρεις, αφήνοντας πίσω σου το ομορφότερο λιμάνι που έχεις συναντήσει. Να το βλέπεις να χάνεται στις φλόγες. «Η φωτιά στο λιμάνι», που λέει κι ο Παύλος στα Σπαθιά.

Αν αγαπάς τη θάλασσα, δεν έχεις καιρό για νοσταλγία και η μουσική είναι θάλασσα. Πώς να βολευτείς σε έναν καναπέ στη μέση του ωκεανού;

Δεν ταξιδεύω στην τύχη, πιο πολύ πηγαίνω νιώθοντας πως ένα τυχερό πνεύμα με προσέχει.

Και ήρθε ο καιρός της Alltogethernow. Η πρώτη μας απόπειρα με τον Χριστιανάκη και τον Ασκληπιό να πειράξουμε την παράδοση στο soundtrack του Καρκανεβάτου «Χώμα και νερό», ο «Βραχνός Προφήτης» του Μπάμπη και του Θανάση, καινούργιοι και παλιοί σύντροφοι: ο Τίτος Καργιωτάκης, ο Χρήστος Χαρμπίλας, ο Βελιώτης, ο Ντίνος Σαδίκης, ο Bill και ο Στέφανος ο Λαζαρίνος, οι Επισκέπτες, ο Ψαραντώνης κι ο Ψαρογιώργης (όπου να ‘ναι θα κυκλοφορήσουμε και το δίσκο του). Ο Τσιτσάνης και ο Καζαντζίδης της Κυριακής επέστρεψαν για να πάρουν το αίμα τους πίσω σε μια Ελλάδα που τα έχει φτύσει στην κυριολεξία, εκεί όπου κανείς δεν μπορεί να συνεννοηθεί πια ούτε με την ίδια του την σκιά. Καμιά εικοσαριά νοματαίοι παλεύουμε να συντονιστούμε και να φτιάξουμε μουσική που να κουβαλάει ζωντανή μνήμη και να προχωράει κοιτάζοντας μπροστά.

Η Alltogethernow είναι μια δισκογραφική εταιρεία που προσπαθεί απ’ τη μια να σταθεί μεταξύ των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών -που από παραγωγοί μουσικών έργων κατάντησαν εφημεριδοπώλες, πληρώνοντας έτσι την αισχροκέρδεια και τη σκουπιδολαγνεία τους- και της «επαναστατικής» λογικής εντύπων σαν το δικό σας, από την άλλη, που υποστηρίζουν το free downloading. Κάπου ανάμεσα στεκόμαστε εμείς, έχοντας υπόψη μας ότι ο κόσμος μπορεί να ζήσει χωρίς εμάς, εμείς όμως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον κόσμο.

Το αν καταφέρνουμε κάτι ή όχι λίγο με νοιάζει. Αυτό που με γεμίζει είναι που μπορώ ακόμα να παίρνω φόρα και να κουτουλάω πάνω στα ντουβάρια της νεοελληνικής ανοησίας. Ακόμα κι αν δεν ανοίξω καμιά τρύπα, είναι ένας αξιοπρεπής τρόπος να τρώω τα μούτρα μου.

Ο τελευταίος μου έρωτας λέγεται Διώνη και δεν είναι ένα, αλλά πέντε κορίτσια από την Ήπειρο που τραγουδάνε πολυφωνικά. Τον τελευταίο χειμώνα δουλέψαμε μαζί σκληρά και το αποτέλεσμα φάνηκε στο soundtrack της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη Ψυχή Βαθιά. Τις βλέπω να εντάσσονται σιγά-σιγά μέσα στο ηχητικό τοπίο των Επισκεπτών, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ακόμα δυσχερέστερες οικονομικές συνθήκες για την επιβίωση μιας τόσο πολυμελούς μπάντας σε τόσο άγριες εποχές. Συνεχίζουμε λοιπόν. Οι μουσικοί τρέχουν από δω κι από κει για τα προς το ζην, αλλά για όλους οι Επισκέπτες είναι η πρώτη τους έννοια και αυτό με γεμίζει με την υπέροχη αίσθηση του κερδισμένου χρόνου.

Η Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του ’80 δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τη Θεσσαλονίκη του 2009. Φτάνει να σταθείς στις όχθες της Τσιμισκή ένα Σαββατόβραδο και να χαζεύεις όλες αυτές τις ορδές των γλεντζέδων που στριμώχνονται σε αυτοκίνητα δανεισμένα από τράπεζες, σε ατέλειωτο traffic, με τα σκυλάδικα στο στερεοφωνικό κάργα, να χάσκουν νομίζοντας πως διασκεδάζουν. Ένα αργοκίνητο ποτάμι ηλιθιότητας. Οι ψηφοφόροι του Ψωμιάδη, οι πιστοί του Άνθιμου, σκυλάδικο και ορθοδοξία. Θεέ και κύριε. Τρομάζω καμιά φορά όταν σκέφτομαι τι μπορεί να κρύβουν αυτοί οι άνθρωποι πίσω από τον φερετζέ του εθνικισμού και της θρησκοληψίας. Έμαθα ότι ο Άνθιμος είναι εναντίον της φορολόγησης της εκκλησιαστικής επιχειρηματικότητας, γιατί τα κέρδη της, λέει, τα δίνουν υπέρ των φτωχών – εννοεί μερικά συσσίτια που μοιράζει η Εκκλησία; Όλοι ξέρουμε πως αν συνέβαινε κάτι τέτοιο πραγματικά, θα έτρωγε και θα έπινε στην υγειά του όλη η πόλη για αρκετά χρόνια, χωρίς να χρειάζεται καν να δουλεύει κανείς.

Γεια χαρά, και ο σοσιαλισμός μαζί σας!

M. HULOT, 1.1.2013 www.lifo.gr

Μυρτώ Δρακάκη

Μυρτώ Δρακάκη

Η Μυρτώ Δρακάκη γεννήθηκε στα Χανιά της Κρήτης. Αποφοίτησε από το τμήμα Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής Ψυχολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και από την Ανώτατη Σχολή Δραματικής Τέχνης Βεάκη. Τα τελευταία χρόνια ζει κι εργάζεται στα Χανιά.

Σχολιάστε την ανάρτηση..

share on: