>>>

Από τη Βαβυλώνα στη Βερόνα

Από τη Βαβυλώνα στη Βερόνα: μία επαναλαμβανόμενη ερωτική ιστορία ταξιδεύει από τον Οβίδιο στον Σαίξπηρ.

Υπάρχουν ιστορίες και άλλες τόσες ιστορίες, αλλά πόσες πραγματικά ανήκουν ολοκληρωτικά στον δημιουργό τους; Για πόσες νιώθουμε ότι μοιάζουν να προϋπάρχουν, να ταξιδεύουν στον χρόνο, από στόμα σε στόμα, από πολιτισμό σε πολιτισμό, από αιώνα σε αιώνα αλλάζοντας μορφή χωρίς όμως να χάνουν τον πραγματικό τους πυρήνα; Κι όμως, ο έρωτας που απαγορεύεται, το εμπόδιο που δεν είναι μόνο κοινωνικό αλλά και συμβολικό, τα νιάτα που βράζουν μέσα στην παρόρμηση, ο μοιραίος θάνατος που δεν έρχεται ως τιμωρία αλλά ως τελευταία πράξη ένωσης, δεν αφορά μία μεμονωμένη περίπτωση αλλά ολόκληρες εποχές, θρησκείες και κουλτούρες που πέρασαν και άφησαν έντονα το αποτύπωμά τους μέσα στην ανθρώπινη παρουσία.

Παράδειγμα (όχι τυχαίο), διαβάζοντας το έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ Ρωμαίος και Ιουλιέτα είναι εύκολο να σκεφτείς πως πρόκειται για ένα απόλυτα πρωτότυπο Ελισαβετιανό έργο, ένα μοναδικό αφήγημα για την εποχή του, ξέσπασμα ιδιοφυΐας και σπάνιας λογοτεχνικής γραφής για ένα είδος που άνθησε στην (ας μου επιτραπεί η φράση «μετα-ιπποτική» εποχή) σπουδαία φιλολογικά και καλλιτεχνικά Ελισαβετιανή εποχή. Κι όμως, πίσω από την παρόρμηση της νεανικής αγάπης όπως παρουσιάζεται μέσω του Σαίξπηρ, υπάρχει μια μακρά διαδρομή διαπολιτισμικών αφηγήσεων και ενδεχομένως μιας όχι και τόσο φανταστικής ιστορίας έρωτα -όχι απαραίτητα τεκμηριωμένης- η οποία γεννήθηκε για να συγκινεί και να εμπνέει μέσα από τις εναλλαγές των εποχών, προσώπων και πολιτισμών, γεννημένη στη σκόνη της Μεσοποταμίας και αναστημένη στους λόφους της Βερόνα. Ωστόσο, το ενδιαφέρον σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να εστιαστεί στο ποιος εμπνεύστηκε από ποιον αλλά στο πως κατάφερε όντας ως επαναλαμβανόμενη ιστορία να μην εξαντλείται αλλά αντιθέτως να βαθαίνει.

Η αφήγηση ως κληρονομιά, όχι ως ιδιοκτησία.

Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ, αγγλοσάξονας μεν, υπηρέτης της αγγλικής γλώσσας στην εποχή της αγγλικής αναγέννησης δε, δεν έγραφε απλώς θέατρο αλλά κατέγραφε και επιτύγχανε να εκφράσει, μέσα από έναν μη διαδεδομένο στην εποχή του θεατρικό λόγο, τις ρωγμές της ανθρώπινης ψυχής. Η γραφή του κινούμενη ανάμεσα στο ποιητικό και το ωμό, στο υψηλό και το καθημερινό, με μια ευχέρεια να μετατρέπει τη γλώσσα του σε δράση και τη δράση σε σκέψη, αντλώντας από παλαιότερες ιστορίες, μύθους και χρονικά, δεν αναπαράγει μηχανικά αλλά μεταμορφώνει, δίνοντας στους χαρακτήρες ψυχολογικό βάθος και μια σχεδόν διαχρονική αίσθηση της ανθρώπινης αλήθειας. Ένας τρόπος γραφής εύπλαστος και πολυφωνικός, όπου το ποιητικό συνυπάρχει με το καθημερινό, οι ήρωες σκέφτονται δυνατά πριν ακόμη πράξουν και κάπως έτσι οι παλιές ιστορίες μεταμορφώνονται σε σύγχρονες μέσα από μεταφορές που δεν στολίζουν αλλά αποκαλύπτουν, με λόγο που αναδεικνύει τη σύγκρουση ως εσωτερική εμπειρία. Πολύπλοκοι χαρακτήρες με μία αστείρευτη ικανότητα να ενώνονται με το κοινό. Και πόσα άλλα… Ο Σαίξπηρ δεν επινόησε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα από το μηδέν όπως συνήθιζαν στην εποχή του, αλλά ως φιλομαθής λογοτέχνης και ταλαντούχος αφηγητής φαίνεται πως εμπνεύστηκε από αφηγήσεις προγενέστερες και πιο συγκεκριμένα εδώ, από μία. Από τις πιο καθαρές λογοτεχνικές συγγένειες: τον μύθο του Πύραμου και της Θίσβης.

Στο προκείμενο: εν αρχή ο Οβίδιος.

Ρωμαίος, μέγας ποιητής της αρχαιότητας. Από τους σημαντικότερους αφηγητές μυθικών ιστοριών που μετέτρεπε την παράδοση, τους μύθους και την ανθρώπινη εμπειρία σε έναν χορό από κινήσεις μεταξύ τόπων και χαρακτήρων. Τα χαρακτηριστικά της γραφής του; Ρευστή και αφηγηματικά παιγνιώδης! Ο μύθος δεν παγιώνεται αλλά μετασχηματίζεται και η ειρωνεία του λόγου συνυπάρχει με το τραγικό. Ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται φαίνεται να λειτουργεί ως μία διαρκής μετάβαση χωρίς να χάνει τον πυρήνα του.

Τι θα ήθελε να μας διδάξει ο λυρισμός του Οβίδιου για τον Πύραμο και τη Θίσβη; Δύο νέοι, χωρισμένοι από τις οικογένειές τους, με έναν τοίχο ανάμεσά τους όχι μόνο υλικό αλλά φτιαγμένο από απαγορεύσεις και φραγμούς. Το κρυφό ραντεβού, η παρεξήγηση, δύο θάνατοι που έρχονται διαδοχικά όχι από έλλειψη αγάπης αλλά από περίσσεια πάθους. Και όμως: όποιος διαβάσει τον Πύραμο και τη Θίσβη δεν διαβάζει απλώς ένα προσχέδιο του Σαίξπηρ αλλά μια άλλη εκδοχή της ίδιας αρχέγονης ανάγκης: να ειπωθεί ο έρωτας ως δύναμη που συγκρούεται με τις κοινωνικές τάξεις και τις καθιερωμένες συμβάσεις της εποχής τους.

Και το βασικό επιχείρημα: Τι αλλάζει όταν αλλάζει ο αφηγητής;

Εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον. Ο Οβίδιος αφηγείται τον μύθο του με ειρωνεία, με απόσταση, με μία σχεδόν παιγνιώδη σκληρότητα από την αρχαία μυθολογία ενώ ο Σαίξπηρ, αντίθετα, βυθίζεται ψυχολογικά στους ήρωές του. Εκεί που ο Πύραμος και η Θίσβη είναι μορφές-σύμβολα, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα αποκτούν φωνή, αμφιβολίες, παρορμήσεις. Δεν πρόκειται απλώς για τεχνική εξέλιξη αλλά για αλλαγή κοσμοθεωρίας. Η ίδια ιστορία, ειπωμένη σε διαφορετική εποχή, εξυπηρετεί διαφορετικές ανάγκες. Ο μύθος στον Οβίδιο λειτουργεί ως προειδοποίηση και μεταμόρφωση στον Σαίξπηρ, ως τραγωδία που καταγγέλλει την κοινωνική βία.

Και πριν από τον Οβίδιο;

Οι μύθοι σπάνια γεννιούνται «καθαροί». Πολλοί θεωρητικοί έχουν υποστηρίξει ότι ο πυρήνας της ιστορίας του Πύραμου και της Θίσβης ίσως αντλεί από ακόμη παλαιότερες αφηγήσεις της Μεσοποταμίας, όπου ερωτικά ζεύγη χωρίζονται από θεϊκές παρεμβάσεις ή κοινωνικούς περιορισμούς και ενώνονται αποκλειστικά μέσω του θανάτου, μια μορφή λύτρωσης. Κάποιος το άκουσε, το έψαξε, ρώτησε, ενδιαφέρθηκε, εμπνεύστηκε. Μπορεί ο ίδιος ο ποιητής, μπορεί από μεταφορά. Δεν θα είχε πραγματικό ενδιαφέρον να γνωρίζαμε κάτω από ποιες συνθήκες έφτασε στα αυτιά, στα μάτια και στον νου του Οβίδιου η εν λόγω ιστορία; Τελικά έχουμε ή δεν έχουμε ανάγκη να εντοπίσουμε το «πρωτότυπο», Ιδού η απορία, όπως θα έλεγε και ο Άμλετ, στο εμβληματικό έργο του Σαίξπηρ. Το γεγονός ότι πολλαπλοί πολιτισμοί αφηγήθηκαν παρόμοιες ιστορίες μας λέει κάτι βαθύτερο: η αφήγηση δεν είναι εφεύρεση, είναι ανάμνηση.

Στον σύγχρονο λόγο συχνά μιλάμε για ανακύκλωση ιστοριών προσδίδοντας στον όρο αρνητική χροιά. Κι όμως, στη λογοτεχνία η επανάληψη είναι δημιουργική πράξη, κάθε νέα εκδοχή φωτίζει κάτι που πριν ήταν αθέατο. Ο Σαίξπηρ δεν αφηγείται απλώς μια ιστορία αγάπης, αφηγείται την τραγωδία της βιασύνης, της νεότητας που δεν προλαβαίνει να ωριμάσει, της κοινωνίας που τιμωρεί το συναίσθημα. Ο έρωτας, που στην δική του αφήγηση βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, δεν είναι μόνο πάθος αλλά σύγκρουση με έναν κόσμο που δεν αλλάζει εγκαίρως.

Αυτό είναι που διαφοροποιεί το λογοτεχνικό κείμενο από τον μύθο: η συνείδηση. Η ιστορία που γίνεται καθρέφτης του αναγνώστη! Εν τέλει, αναγνωρίζοντας τις τόσες επαναλήψεις της ιστορίας του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στον παγκόσμιο κινηματογράφο, τις τόσες διαφορετικές μορφές και εκδοχές, αποδεικνύεται πως κάθε εποχή αναγνωρίζει τον εαυτό της σε αυτήν την ιστορία. Άλλοτε ως καταγγελία κοινωνικών δομών, άλλοτε ως πολιτική αλληγορία και άλλοτε ως αφήγηση εφηβικής παρόρμησης. Το κείμενο αντέχει όχι επειδή είναι «κλασικό» αλλά επειδή δεν παγιώνεται.

Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα δεν είναι οι ίδιοι πρωταγωνιστές για έναν αναγνώστη του 17ου αιώνα και για έναν αναγνώστη του σήμερα, παραμένουν όμως αναγνωρίσιμοι. Ίσως αυτό να είναι το μυστικό της λογοτεχνικής αντοχής: όχι η πρωτοτυπία αλλά η ικανότητα μιας ιστορίας να ξαναδιαβάζεται αλλιώς. Αναδιατύπωση κι όχι επανάληψη ή κλοπή. Έμπνευση βασισμένη σε ιστορίες που δεν αναπαράγονται απλώς και μόνο επειδή είναι όμορφες αλλά γιατί εκφράζουν βαθύτερες και διαχρονικές ανάγκες. Την ανάγκη για ενδοσκόπηση μέσω της ταύτισης με αρχετυπικούς πρωταγωνιστές. Πολύ περισσότερο, την ανάγκη επέκτασης των οριζόντων της αφήγησης, την εξέλιξη του λόγου και της χροιάς καθώς και την ευχέρεια του πειραματισμού για τον/την εκάστοτε δημιουργό. Σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου αλλά και στο βάθος του χρόνου.

Και μία χρήσιμη ανακεφαλαίωση:

Μια περιπέτεια που δεν τελειώνει… Από τη Μεσοποταμία στον Οβίδιο, από τον Οβίδιο στον Σαίξπηρ και από τον Σαίξπηρ σε εμάς. Αυτή η ιστορία των δύο «καταραμένων» εραστών που μεταμορφώνεται χωρίς να χάνεται και κυρίως δίχως να απαρχαιώνεται. Κάθε φορά που αφηγούμαστε και καταγράφουμε την ιστορία τους, από τη θέση του αφηγητή-δημιουργού ή την απολαμβάνουμε, από τη θέση του αναγνώστη-θεατή, δεν την εξορίζουμε σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο υποσυνείδητο μας, αλλά αντιθέτως, μέσω αυτού την αναγεννούμε, την επανερμηνεύουμε και έτσι τη συνεχίζουμε… Και είναι ίσως τελικά αυτό το πιο όμορφο λογοτεχνικό απόφθεγμα του εν λόγω ταπεινού δοκιμίου: κανένας συνεχιστής καμίας μεγάλης ιστορίας αγάπης δεν θα είναι εκείνος που θα πει ποτέ την τελευταία λέξη.

> eroticulture.eu

|> Bathsheba Everdene

Κανένας συνεχιστής καμίας μεγάλης ιστορίας αγάπης δεν θα είναι εκείνος που θα πει ποτέ την τελευταία λέξη.

Δείτε Επίσης

Ο πιερότος

Το διήγημα του Λαπαθιώτη δημοσιεύτηκε στις 9 Μαΐου 1929 στο περιοδικό Μπουκέτο, το λαϊκό ποιοτικό περιοδικό στο οποίο ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε το μεγαλύτερο μέρος των διηγημάτων του και με το οποίο συνεργαζόταν από το πρώτο του τεύχος.

error: Το περιεχόμενο προστατεύεται !!!