ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ, VIII

ΓΥΜΝΟΣ, ΙΟΥΛΙΟ ΜΗΝΑ, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι,

ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα,

με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου

που το γλείφω και γεύομαι την αλμύρα του.

Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.

Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια.

Πιο χαμηλά

την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο

παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η

καρέκλα με την πελώρια ψάθα.

Χάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα.

Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.

Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ.

Από το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε.

Μόνο που ‘ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς

επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίξεις οπόταν

η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να

ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

VIII, ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 
Διαχειριστής

Διαχειριστής

Διαχειριστής του art-io
share on: