>>>

Συγγρού Λιανοκλάδι

Όποτε μπαίνω σε ταξί με κιθάρα, γίνεται πάντα το ίδιο πράγμα.

Βλέπει το όργανο ο οδηγός και, με έναν παθητικό ενθουσιασμό, ρωτάει:
— Μουσικός είσαι;
Παλιότερα, όταν ήμουν πιο μικρός, απαντούσα “ναι”. Με χαρά. Με κάποια περηφάνια ίσως. Τι το ’θελα; Δεν ήξερα ακόμα ότι μετά ξεκινούσε το playback:
— Βγαίνει το μεροκάματο;
— Κάνεις και καμιά άλλη δουλειά;
— Μόνο απ’ τη μουσική ζεις;
Προσπαθούσα να εξηγήσω. Ότι διδάσκω, ότι γράφω, ότι παίζω. Αλλά πάντα με διέκοπτε κάπου εκεί:
— Τι τα θες, δεν είναι επάγγελμα αυτό. Έχω κι έναν μπατζανάκη, έπαιζε τρομερό μπουζούκι. Δούλευε με τον Χρύσανθο. Τώρα σουβλατζής. Ζωή είναι αυτή;
Μετά από λίγο καιρό, σταμάτησα να λέω “ναι”. Άρχισα να λέω:
— Εντάξει, δεν παίζω και πολύ. Γρατζουνάω έτσι, να περνάει η ώρα.
Πάλι λάθος. Ξανά playback:
— Καλά κάνεις. Δεν είναι επάγγελμα αυτό.
Ο μπατζανάκης. Ο Χρύσανθος. Ο σουβλατζής. Το πεπρωμένο του καλλιτέχνη.
Οπότε, μετά, σταμάτησα να λέω εντελώς ότι παίζω κιθάρα. Έλεγα ότι την κουβαλάω για έναν φίλο. Εξυπηρέτηση.
Λάθος πάλι!
— Α, μάλιστα. Κι ο φίλος σου, παίζει επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά;
Δεν είχε σημασία τι θα απαντούσα.
Μπατζανάκης. Χρύσανθος. Σουβλατζής.
Αναρωτιέμαι ακόμα: πόσους μπουζουξήδες είχε αλλάξει αυτός ο Χρύσανθος;
Κι αν άνοιξε κανείς τους, εκτός από σουβλατζίδικο, και καμιά κρεπερί.
Πλέον, αν χρειαστεί να πάρω ταξί με την κιθάρα, της δίνω λεφτά να πάει μόνη της. Κι εγώ πάω με τα πόδια. Περπατάω λίγο παραπάνω, αλλά τουλάχιστον αισθάνομαι καλύτερα με τον εαυτό μου.
Κι όμως, μέσα σ’ αυτόν τον σουρεαλισμό, υπάρχει και μια μικρή αλήθεια.
Κανείς γονιός δεν φέρνει αντίρρηση αν το παιδί του θέλει να γίνει λογιστής, δικηγόρος, σουβλατζής ή οικοδόμος — κάτι “κανονικό”, κοινωνικά αποδεκτό και χρήσιμο. Όχι σαν τον απροσδιόριστο ρόλο του μουσικού, που ξεκινά την πορεία του στην Ελλάδα του 2009, στο “λεφτά υπάρχουν” και στο “μαζί τα φάγαμε”.
Οι δικοί μου, πάντως, δεν μου έφεραν αντίρρηση. Ο πατέρας μου, βέβαια, ήταν λίγο δύσκολο να επικοινωνήσει απ’ το υπερπέραν. Αν μπορούσε, φαντάζομαι δεν θα μου έλεγε να μη συνεχίσω τη μουσική. Του άρεσε που έπαιζα. Ίσως μόνο να μου έλεγε να πάρω κι ένα “χαρτί” από κάτι άλλο, έτσι για καλό και για κακό.
Το πιο στερεοτυπικό πράγμα που μπορείς να πεις, ανεξαρτήτως πρόθεσης.
Γι’ αυτό και πέρασα και στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο — κακώς, γιατί έχασα χρόνο και χρήμα. Όπως και να έχει μουσικός ήθελα να γίνω.
Η μουσική, για κάποιο λόγο, δεν θεωρείται ότι σπουδάζεται. Λες και μαθαίνεις έτσι απλά, χτυπώντας κλαπατσίμπανα, πουλόφωνα και φλαμπούτσα.
Κι όμως, έχω τρία πτυχία και δύο διπλώματα (όχι οδήγησης — γι’ αυτό έπαιρνα ταξί).
Και η μανούλα μού έλεγε:
— Δεν καταλαβαίνω, αγάπη μου, τίποτα απ’ αυτά που παίζεις. Τις νότες τις βλέπω σαν σπερματοζωάρια πάνω στο πεντάγραμμο… Αν εσένα σου αρέσει, εμένα μου περισσεύει.
Εκείνη την περίοδο, στο επαγγελματικό μου ξεκίνημα παράλληλα, μελετούσα για το δίπλωμα της κλασικής κιθάρας. Έμαθα να ενορχηστρώνω συμφωνική ορχήστρα. Μελετούσα Μπαχ, Dyens, Brouwer, Stravinsky κ.ά.
Η πρώτη μου «μεγάλη» δουλειά — δηλαδή, καλοπληρωμένη — ήρθε τον χειμώνα του 2010 προς 2011. Σκυλάδικο, Λεωφόρος Συγγρού.
— Ξέρεις να διαβάζεις;
— Φυσικά, απαντάω.
Δεν εννοούσε γράμματα. Εννοούσε παρτιτούρα — γιατί στην πιάτσα αυτό δεν είναι αυτονόητο.
— Ξέρεις λαϊκό πρόγραμμα;
— Ναι, παίζω και λαϊκά.
Εγώ σκεφτόμουν Μπέλλου, Διονυσίου, Καζαντζίδη, Μπιθικώτση. Δεν φαντάστηκα ότι εννοούσε από Γονίδη μέχρι Τάμτα.
Δεν κρίνω ό,τι χρειαζόταν, θα το έπαιζα. Ακόμα και fusion λιβανέζικης παραδοσιακής μουσικής με black metal. Που, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως ήταν πιο ενδιαφέρον από τα τυπικά λαϊκοπόπ χιτάκια.
Αρχικά μου είπαν για Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, με 100 ευρώ τη βραδιά. Πολλά λεφτά τότε. Σύντομα έγιναν δύο μέρες. Τα 100 έγιναν 80. Βλέπετε, κρίση. Και το πρώτο πράγμα που χτυπάει είναι η διασκέδαση.
Ήμουν 22 χρονών. Όλοι οι άλλοι μουσικοί ήταν 45 και πάνω. Θα μπορούσε να γράψει ο Καμύ μυθιστόρημα με αυτούς τους χαρακτήρες.
Ο ντράμερ είχε χάσει τα περισσότερα δόντια από ναρκωτικά. Όσα είχαν μείνει ήταν σάπια. Έπαιζε με δύο διαφορετικές μεταξύ τους μπαγκέτες αντί για σετ. Νόμιζα πως ήταν κάποια τεχνική για καλύτερο ήχο. Προφανώς δεν είχε φράγκο για καινούργιες και έπαιζε με ό,τι είχε.
Ο μπασίστας, καραφλός με δύο ξεχασμένες τζίβες στο πίσω μέρος του κεφαλιού, γυαλιά ηλίου τύπου Τζον Λένον που δεν τα έβγαζε ποτέ, έλεγε:
— Μια επαρχία να κάτσει με κανέναν πανηγυρτζή. Εκεί είναι τα λεφτά. Στους βλάχους.
Ο μπουζουξής: “Νεκροθάφτης”. Μαύρο κουστούμι. Παλιά, στα ’80s, είχε γράψει σκυλοσουξέ και είχε βγάλει λεφτά. Είχε ακόμα μια Mercedes απ’ την εποχή εκείνη. Τώρα είχε ξεπέσει.
Ο πληκτράς… Ο πιο σιχαμένος. Πάνω από 50, λιγούρης, χυδαίος. Ισχυριζόταν πως ο αυνανισμός είναι το καλύτερο πράγμα που υπάρχει:
— Δεν μπορείς να κοιμηθείς; Τράβα μια μαλακία, θα νυστάξεις αμέσως. Δεν μπορείς να ξυπνήσεις; Τράβα μία και ξύπνησες.
— Καλά, δεν ντρέπεσαι να λες ψέματα, μεγάλος άνθρωπος; πετάγεται ο “μαέστρος”.
— Γιατί, μαέστρο μου;
— Γιατί χθες τράβηξα τρεις και δεν μπορούσα να κοιμηθώ με τίποτα!
Γέλια.
Ήρθαν και δύο χορεύτριες. Η μία, πιτσιρίκα. Η άλλη, μάλλον σαράντα, από Ουκρανία.
— Απ’ το να τρως γίδα βραστή μόνος, καλύτερα αρνάκι του γάλακτος με παρέα, είπε ο μαέστρος.
— Μπα, εμένα μου αρέσει η άλλη, είπε ο πληκτράς. Κι ας έχει φάει τόσες πού…ες που, αν τις βάλεις στη σειρά, φτάνουν Λιανοκλάδι.
Λιανοκλάδι, σκέφτηκα. Πού στο διάολο είναι το Λιανοκλάδι;
Ο μαέστρος με πιάνει μετά:
— Άκου, Γιαννάκη. Θέλω να ντύνεσαι ροκάς.
Δεν μου έκαναν πλάκα. Στο μαγαζί ο καθένας είχε ρόλο. Η σερβιτόρα τα βυζιά της έξω. Ο μετρ κοστούμι. Ο κιθαρίστας: ροκάς.
Αναρωτιόμουν πώς έφτασα εκεί. Στο ωδείο δεν υπήρχε κάποιο αντίστοιχο μάθημα, του τύπου «προσομοίωση σκυλάδικου», «μάθε πώς να αποφεύγεις πανέρια με λουλούδια», «πώς να μην κοιμάσαι όρθιος σε ποτ-πουρί με ρούμπες» — που, ορκίζομαι, μια φορά είχε συμβεί! Εγώ κοιμόμουν, αλλά τα χέρια μου συνέχιζαν να παίζουν.
Πάντως, στο Concerto No. 4 (De Toronto) του Brouwer, που έπαιξα στις διπλωματικές εξετάσεις και ήταν 37 σελίδες που τις είχα μάθει απ’ έξω, είμαι αρκετά σίγουρος ότι σε καμία δεν έγραφε για Λιανοκλάδι.
Πέρα από την πλάκα, όμως, ήμουν αρκετά φοβισμένος, μου φαίνονταν όλα πολύ ξένα και περίεργα. Έβλεπα τον κόσμο που διασκέδαζε — όπως διασκέδαζε τέλος πάντων όπως είπα δεν κρίνω — αλλά εγώ πρέπει να είχα απίστευτα χαζό, απορημένο πρόσωπο. Όπως ένα παιδί όταν τρώει πρώτη φορά μπάμιες ή ρεβίθια. Το δέχεσαι, αλλά ζορίζεσαι.
Τα πάντα σε εκείνο το μαγαζί βρωμούσαν. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Το είδα με αναμμένα τα φώτα το μεσημέρι και τρόμαξα από το πόσο βρώμικη ήταν η μοκέτα. Θα ορκιζόμουν πως τα μικρόβια και τα βακτήρια είχαν στήσει το δικό τους κέντρο διασκέδασης σε αυτή τη μοκέτα. Και μιλάμε για μέγεθος Las Vegas, όχι Λεωφόρου Συγγρού.
Ένα βράδυ μείναμε όλοι να δουλεύουμε δύο ώρες παραπάνω για έναν και μόνο πελάτη, που γούσταρε μια κοπελίτσα που τραγουδούσε και της πέταγε λουλούδια, κάνοντας λογαριασμό πάνω από 10.000 €. Δεν ξέρω αν μετά βρέθηκε μαζί της σεξουαλικώς, αλλά θυμάμαι την κοπελίτσα να γυρνάει στον Νεκροθάφτη και να τον ρωτάει:
— Τι άλλο να πω, κύριε Γιώργο; Τα έχω πει όλα, δεν ξέρω κάτι άλλο…
— Ξαναπιάσ’ τα από την αρχή, μανίτσα. Λες και έχει σημασία; Καψούρης είναι ο άνθρωπος — για την καυλάντα και τη ζημιά τραγουδάς.
Αυτό που με πείραξε περισσότερο, όμως, δεν ήταν ούτε η κακή μουσική, ούτε οι κακοί μουσικοί, ούτε οι πελάτες. Χρειαζόμασταν λεφτά στο σπίτι. Αν αυτός ήταν ο τρόπος να τα βγάλω, θα τον ακολουθούσα. Και σήμερα το ίδιο θα έκανα.
Αργότερα ήρθαν το Ηρώδειο, οι ενορχηστρώσεις για τη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ και πολλές ακόμα δουλειές. Η ζωή αλλάζει. Ρόδα είναι και γυρίζει. Από το Toronto στο Las Vegas, από τη Λεωφόρο Συγγρού στο Λιανοκλάδι.
Εκείνο που με πείραξε ήταν μια κουβέντα ενός τότε φίλου μου, επίσης μουσικού.
«Μα καλά, πώς μπορείς και παίζεις τέτοια μουσική; Εγώ δεν θα το έκανα με τίποτα.»
Δεν με πλήγωσε επειδή με υποτίμησε. Με πλήγωσε γιατί κατάλαβα κάτι πολύ νωρίς. Ακόμα κι ένας άνθρωπος που κάνει την ίδια δουλειά με σένα μπορεί να σε κοιτάζει αφ’ υψηλού, αν έχει την πολυτέλεια να μην χρειάστηκε ποτέ να διαλέξει ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και στον λογαριασμό της ΔΕΗ.
Από τότε κουβαλάω την ίδια απορία.
Τι σημαίνει να είσαι καλλιτέχνης με τους δικούς σου όρους;
Να κάνεις μόνο αυτό που αγαπάς; Να αρνείσαι κάθε συμβιβασμό; Ή να αντέχεις τους συμβιβασμούς χωρίς να ξεχνάς γιατί ξεκίνησες;
Πάντα δίσταζα να αποκαλέσω τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Φοβόμουν μήπως ακουστεί αλαζονικό. Κι όμως, δεν σταμάτησα ποτέ να κάνω τέχνη. Άλλοτε όπως την ονειρευόμουν κι άλλοτε όπως μου επέτρεπαν οι συνθήκες.
Όταν ήμουν μικρός, ο ψιλικατζής της γειτονιάς μου έλεγε κάθε φορά που με έβλεπε:
«Ωπ! Καλώς τον καλλιτέχνη!»
Και στο λεύκωμα του δημοτικού, ο κύριος Θοδωρής, που τον είχα δάσκαλο 5 χρόνια, μου έγραψε:
«Μουσικός, ζωγράφος ή επιστήμονας, ό,τι κι αν γίνεις, να το αγαπάς.»
Αγαπημένε μου δάσκαλε,
μου έμαθες να λύνω πρώτα τα εύκολα σε ένα διαγώνισμα, για να μένει χρόνος στο τέλος για τα δύσκολα.
Εγώ αυτό που έγινα το αγάπησα.
Τα δύσκολα, όμως, κράτησαν πολύ περισσότερο απ’ όσο περίμενα.
Το διαγώνισμα δεν έχει τελειώσει ακόμα.
Δεν ξέρω τι βαθμό θα πάρω.
Ξέρω μόνο ότι θέλω, όταν έρθει η ώρα να παραδώσω την κόλλα μου, να μην έχω αφήσει λευκή καμία άσκηση.
Στη γεωγραφία, πάντως, έγινα καλός.
Το Λιανοκλάδι βρίσκεται στη Φθιώτιδα.

|> Διαχείριση

Γενική Διαχείριση του Ιστότοπου ART-io.eu

Δείτε Επίσης

Οι γάτες του Ντίνου Χριστιανόπουλου

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ - Αλεξάνδρα Μπακονίκα