«Κατιούσα»

Μεσημέρι Τρίτης προς απόγευμα. Καιρός Καλοκαιρινός. Βγήκαν απ’ τον ένα συρμό του μετρό και τρέξανε στον απέναντι. Μπήκαν στο τελευταίο βαγόνι και στάθηκαν δίπλα μου. Όρθιος κι εγώ, όρθιοι και αυτοί. Το αγόρι έβαλε το ακορντεόν σε μια σχολική τσάντα και το κορίτσι κάτι του είπε ανέκφραστα σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Αναρωτιόμουν κάθε φορά από πού να ήταν αυτά παιδιά. Το αγόρι κοίταξε το κινητό του… οθόνη αφής και τέτοια πράγματα. Γιατί όχι… Κοιτούσε μετά στο βάθος του διαδρόμου στα άλλα βαγόνια σαν κάτι να έψαχνε. Και να που άρχισε να ακούγεται η “Katyusha”…

“Расцветали яблони и груши,
Поплыли туманы над рекой;
Выходила на берег Катюша,
На высокий берег, на крутой.”

…από ένα ακορντεόν στο βάθος. Ένας πιτσιρικάς γύρω στα δεν ξέρω πόσα, έπαιζε την Κατιούσα πλησιάζοντας στο τέλος του συρμού και της βάρδιάς του. Κάθε τόσο στεκόταν μπροστά από κάποιον, του χαμογελούσε και του έκανε ματάκια… μα ο κόσμος δεν είχε όρεξη. Ένα κέρμα έπεσε μονάχα στο μισογεμάτο ποτηράκι του καφέ. Έφτασε και σε μένα. Με κοίταξε, χαμογέλασε και μου είπε:
-Θα το χορέψεις?
Γέλασα…
-Μπα…
-Σαν και μένα είσαι και εσύ.
Συνέχισε προς τα κάτω. Χαμογέλασε σε μια ξανθιά στο βάθος και ήρθε προς τα παιδιά. Το αγόρι έκανε μονόζυγο σε αυτή τη μαλακία οπού κρέμονται οι άλλες οι μαλακίες που πιάνεσαι. Αντάλλαξε δυο κουβέντες με το κορίτσι πάλι στη γλώσσα τους και γυρνάει μετά προς τα εμένα…
-Ο κόσμος δεν γελάει σήμερα. Τι έχει ο κόσμος ?
-Ό,τι είχε πάντα.
-Κάτι έχει… κάτι θα ‘γινε.
Στην επόμενη στάση τα τρία παιδιά κατέβηκαν. Ο πιτσιρικάς με χαιρέτησε και έστειλε και τα φιλιά του στην κοπέλα πίσω. Εμείς συνεχίσαμε την πορεία μας στα έγκατα της Γης… δημόσιοι υπάλληλοι, αναξιοπαθούντες, κλαρίνα, μια κοπέλα με απέριττα βυζιά, δυο μεταλλάδες, μια γυναίκα που πουλάει μαρκαδόρους για το παιδί της που χειρουργείται την άλλη μέρα και ένας εξηντάρης πατέρας εφτά παιδιών που πουλάει μολύβια… Της Γης οι κολασμένοι. Κάπου ανάμεσα σε έναν νεαρό υπάλληλο τοπικής αυτοδιοίκησης και έναν ασκούμενο δικηγόρο, πήρε τ’ αυτί μου πως πέθανε κάποιο σημαίνον πρόσωπο… υπουργός λέει… οικονομικών, άμυνας, παιδείας & θρησκευμάτων. Μόλις άκουσα και το όνομα του χαμογέλασα και κατέβηκα στην επόμενη στάση.

Γιώργος Μικάλεφ

Γιώργος Μικάλεφ

Γεννημένος στην Κέρκυρα το Δεκέμβρη του ’85 με ρίζες από τη Μάλτα…H έντονη ανάγκη για δημιουργία τον ώθησε να ασχοληθεί από πολύ μικρός με τις καλές και τις… κακές τέχνες σε αρκετές απ’ τις μορφές τους… η ζωγραφική ωστόσο ήταν αυτή που τον απασχόλησε περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Από μικρό παιδί χρησιμοποιούσε μολύβια και μαρκαδόρους για να προεκτείνει τη ψυχή του πάνω σε μια λευκή επιφάνεια και έκτοτε δεν σταμάτησε να ζωγραφίζει, να δημιουργεί και να πειραματίζεται πάνω σε κάθε είδους επιφάνεια με χρώματα και με υλικά που του κέντριζαν το ενδιαφέρον και την περιέργεια. Από το 2010 έχει πραγματοποιήσει πέντε ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής σε Κέρκυρα, Σπέτσες, Αθήνα, Πάτρα και έχει λάβει μέρος σε αρκετές ομαδικές. Έχει ασχοληθεί με την εικονογράφηση βιβλίων και εξωφύλλων underground μουσικών σχημάτων. Είναι μέλος της “Εικαστικής Κερκυραϊκής Ένωσης” από το 2010 και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης από το 2011 έως το Μάη του 2014 όπου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Kαι επειδή είναι περίεργο να γράφω για τον εαυτό μου σε τρίτο πρόσωπο… σταματάω κάπου εδώ.

Σχολιάστε την ανάρτηση..

share on: