«ο Σινάτρας, ο Τζίμης & τα Καλά Χριστούγεννα»

Τι άνθρωποι κι αυτοί… Ανοίγει η πόρτα μπαίνουν ακόμα δύο νέοι. Ο ένας με μακρύ σακάκι στο χρώμα της ώχρας, μπεζ πουκάμισο, σκούρα γραβάτα. Μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και δεξιά χωρίστρα. Καλοαναθρεμμένο γελαδερό. Ο φίλος  του, πιο ώριμος, με μαλλί ολίγον κλαρινάτο και πουκάμισα, γραβάτες και λοιπά… Αμίλητοι κάθονται. Παραγγέλνουν λευκό κρασί, δύο ποτήρια.  Αντάλλαξαν τρεις κουβέντες με τρόπο, με  υψηλή ευγένεια. Το κρασί ήρθε. Έπιαναν τα ποτήρια με χάρη κουνώντας μελαγχολικά τα δάχτυλα τους. Άθλια σκηνοθεσία. Ο κοτσίδας έκανε νεύμα σε μια ψιλογκοθού με σκούφο άγιου Βασίλη που καθόταν στον πάγκο. Εκείνη τον αγνόησε. Εκείνος προσποιήθηκε ότι δεν έκανε τίποτα, επαναλαμβάνοντας το νεύμα και επεκτείνοντας το προς φτιάξιμο των μαλλιών… Μπαίνει ο Δημήτρης στο μαγαζί με φόρα. Έχει πιει τον κώλο του και δεν το κρύβει. Φορούσε ένα λερωμένο πράσινο φουσκωτό μπουφάν. Θα κυλιόταν στο δρόμο, μόνος ή με παρέα. Έκατσε στο τραπέζι τους. Εκείνοι τρόμαξαν… διακριτικά πάντα. Κοιτούσαν με τρόπο εναλλάξ  προς το μπαρ, αλλά κανείς να τους σώσει. Ο Τζίμης τους χαρίζει  ένα μεγάλο χαμόγελο,  αποκαλύπτοντας μια  σάπια οδοντοστοιχία.  Ο μακρυμάλλης κάνει να σηκωθεί. Ο Τζίμης τον πιάνει από τον ώμο και τον καθίζει. Στο μπαρ χαμπαριάζουν τώρα  τη φάση. Ο Τζίμης καταλαβαίνει πως η παράσταση θα είναι σύντομη. Οι «του μαγαζιού» κάνουν κίνηση. Ο Τζίμης ανεβαίνει στο τραπέζι με ένα σάλτο και τον πετάει έξω. Έπρεπε να αδειάσει θεαματικά. Τα δυο παιδιά την κοπάνησαν κουτρουβαλώντας και όσοι ήταν κοντά τραβήχτηκαν έντρομοι προς τον τοίχο μην τους πάρουν τα σκάγια. Εκείνος ήξερε πως όταν τελείωνε το κατούρημα θα τον σάπιζαν. Ήλπιζε να μην στραγγίξει ποτέ. Γύρναγε γύρω γύρω για κανένα λεπτό σχεδόν και στα τελειώματα γλιστράει μες τη ζάλη του και σαβουριάζεται στις κατουρημένες καρέκλες. Πέσαν όλοι πάνω του και άρχισαν να του μαλακώνουν τα πλαϊνά. Εκείνος στο πάτωμα ξεβράκωτος, μάτωνε, γελούσε, δεν καταλάβαινε πόνο. Προσπαθούσαν με κλωτσιές να βγάλουν έξω το σίχαμα. Ευτυχώς ήταν κοντά στην πόρτα και σε μισό περίπου λεπτό βρισκόταν ανάσκελα στο παγωμένο πλακόστρωτο μισοαναίσθητος. Τα αυτιά του βούιζαν, τα μάτια του βλέπανε κάτι θολά γιορτινά λαμπιόνια στον ουρανό. Ο κόσμος ντυμένος στην πένα  προσπερνούσε το ματωμένο κουρέλι, κοιτώντας διακριτικά την πρησμένη ψωλή του. Από μέσα ο Σινάτρα ευχόταν καλά Χριστούγεννα…

Πρώτη δημοσίευση, 14 Δεκεμβρίου του 2015

Γιώργος Μικάλεφ

Γιώργος Μικάλεφ

Γεννημένος στην Κέρκυρα το Δεκέμβρη του ’85 με ρίζες από τη Μάλτα…H έντονη ανάγκη για δημιουργία τον ώθησε να ασχοληθεί από πολύ μικρός με τις καλές και τις… κακές τέχνες σε αρκετές απ’ τις μορφές τους… η ζωγραφική ωστόσο ήταν αυτή που τον απασχόλησε περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Από μικρό παιδί χρησιμοποιούσε μολύβια και μαρκαδόρους για να προεκτείνει τη ψυχή του πάνω σε μια λευκή επιφάνεια και έκτοτε δεν σταμάτησε να ζωγραφίζει, να δημιουργεί και να πειραματίζεται πάνω σε κάθε είδους επιφάνεια με χρώματα και με υλικά που του κέντριζαν το ενδιαφέρον και την περιέργεια. Από το 2010 έχει πραγματοποιήσει πέντε ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής σε Κέρκυρα, Σπέτσες, Αθήνα, Πάτρα και έχει λάβει μέρος σε αρκετές ομαδικές. Έχει ασχοληθεί με την εικονογράφηση βιβλίων και εξωφύλλων underground μουσικών σχημάτων. Είναι μέλος της “Εικαστικής Κερκυραϊκής Ένωσης” από το 2010 και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης από το 2011 έως το Μάη του 2014 όπου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Kαι επειδή είναι περίεργο να γράφω για τον εαυτό μου σε τρίτο πρόσωπο… σταματάω κάπου εδώ.

Σχολιάστε την ανάρτηση..

share on: