Υπάρχουν απορρίψεις που πονάνε. Και υπάρχουν απορρίψεις που, επειδή δεν σου εξηγούνται ποτέ, μένουν μέσα σου σαν ερώτηση για χρόνια.
Αυτό το κείμενο ξεκίνησε από ένα screenshot που είδα να κυκλοφορεί. Μια ομαδική συζήτηση παιδιών. Παιδιών πέμπτης δημοτικού Και μέσα σε λίγες γραμμές, κάποιος έγραφε στην Αλεξάνδρα:
«Αλεξάνδρα, δεν θέλουμε… να είσαι στην ομαδική.»
Τόσο απλά. Τόσο ψυχρά.
Μια ομάδα αποφάσισε ότι ένα παιδί δεν χωράει πια στην ομάδα.
Δεν ξέρω τι είχε προηγηθεί. Δεν ξέρω αν υπήρχε κάποιος κανόνας που παραβιάστηκε. Δεν ξέρω αν υπήρχε κάποιος πραγματικός λόγος που εξηγήθηκε στο παιδί.
Και ακριβώς αυτή η απουσία εξήγησης ήταν που με σταμάτησε.
Γιατί εγώ δεν διάβασα μόνο την απόρριψη. Διάβασα και το κενό ανάμεσα στο «δεν σε θέλουμε» και στο «να σου εξηγήσουμε γιατί».
Και αυτό το κενό το γνωρίζω πολύ καλά.
Γιατί είμαι αυτιστική.
Και κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω σήμερα κάτι που τότε δεν μπορούσα να ονομάσω:
η απόρριψη από τη μάζα είναι ιδιαίτερα σκληρή όταν έχεις ανάγκη να καταλαβαίνεις τους κανόνες του κόσμου.
Όταν ήμουν στο δημοτικό, μια μέρα βρέθηκα στριμωγμένη κυριολεκτικά σε μια γωνία.
Γύρω μου ήταν περίπου δέκα κορίτσια. Δέκα σώματα απέναντι σε ένα παιδί.
Και ήθελαν να μου ζητήσουν τον λόγο.
Ο λόγος ήταν ότι ήμουν ειλικρινής.
Για εκείνες, η ειλικρίνειά μου είχε ένα όνομα:
«καρφί».
Μόνο που δεν ήμουν.
Δεν είχα καταλάβει καν ότι υπήρχε ένας άγραφος κανόνας σύμφωνα με τον οποίο η αλήθεια έπρεπε να αποσιωπάται για να προστατεύεται η ομάδα.
Δεν ήξερα ότι υπήρχαν πράγματα που όλοι γνώριζαν πως συνέβαιναν, αλλά κανείς δεν έπρεπε να τα λέει.
Δεν καταλάβαινα αυτό το κοινωνικό παιχνίδι. Και, κυρίως, δεν καταλάβαινα γιατί η ειλικρίνεια μπορούσε ξαφνικά να με μετατρέψει από μέλος μιας ομάδας σε εχθρό της.
Θυμάμαι τη γωνία. Θυμάμαι τα κορίτσια.
Και θυμάμαι κάτι ακόμη.
Ένα από αυτά, φεύγοντας από εκεί που με είχαν στριμώξει, μου έπιασε το χέρι με τα νύχια της και με τσίμπησε τόσο δυνατά, που μου έκανε πληγή.
Θυμάμαι τον πόνο. Θυμάμαι το σημάδι.
Αλλά αυτό που θυμάμαι περισσότερο είναι ότι δεν καταλάβαινα τίποτα.
Δεν καταλάβαινα γιατί συνέβαινε αυτό. Δεν καταλάβαινα τι ακριβώς είχα κάνει. Δεν καταλάβαινα γιατί η αλήθεια μπορούσε να γίνει αιτία τιμωρίας.
Θυμάμαι μόνο την αίσθηση ότι έπρεπε να απολογηθώ για κάτι που, μέσα στο δικό μου σύστημα αξιών, δεν ήταν λάθος.
Τότε δεν ήξερα τη λέξη αυτισμός. Δεν ήξερα γιατί κάποια πράγματα που για τους άλλους ήταν αυτονόητα, για μένα ήταν ακατανόητα.
Ήξερα μόνο ότι κάτι δεν ταίριαζε.
Κι εκείνο το παιδί μέσα μου άρχισε, πολύ νωρίς, να ψάχνει τους κανόνες. Να τους βρίσκει. Να τους καταγράφει. Να προσπαθεί να καταλάβει πώς λειτουργεί αυτός ο παράξενος κοινωνικός κόσμος.
Μόνο που οι κοινωνικοί κανόνες έχουν ένα πρόβλημα.
Πολλοί από αυτούς δεν γράφονται πουθενά.
Και αυτό μπορεί να είναι εξαντλητικό.
Γιατί εγώ μπορώ να ακολουθήσω έναν κανόνα. Ακόμη κι αν δεν μου αρέσει. Ακόμη κι αν δυσκολεύομαι.
Αρκεί να ξέρω ότι υπάρχει.
Αυτό που δυσκολεύομαι να διαχειριστώ είναι ένας κανόνας που δεν μου είπαν ποτέ ότι υπάρχει και για τον οποίο τιμωρούμαι εκ των υστέρων.
Και κάπου εκεί έρχεται η δεύτερη ιστορία.
Λίγα χρόνια αργότερα.
Είχα τέσσερις φίλες. Ήμασταν μαζί. Κάναμε παρέα. Υπήρχε μια καθημερινότητα που θεωρούσα δεδομένη.
Και ξαφνικά…
σταμάτησαν και οι τέσσερις να μου μιλούν.
Ταυτόχρονα.
Χωρίς εξήγηση. Χωρίς καβγά που να θυμάμαι. Χωρίς κανέναν κανόνα που να γνώριζα ότι παραβίασα.
Απλώς εξαφανίστηκαν από τη ζωή μου ενώ εξακολουθούσαν να υπάρχουν μέσα στο ίδιο σχολείο.
Κι εγώ έκανα κάτι που σήμερα αναγνωρίζω πολύ καλά.
Έψαχνα.
Έψαχνα τον λόγο.
Ξαναπερνούσα στο μυαλό μου τις συζητήσεις.
Τι είπα; Τι έκανα; Πότε; Σε ποια στιγμή; Ποια λέξη; Ποιο βλέμμα; Ποια συμπεριφορά;
Έβγαλα σχεδόν μια ολόκληρη σχολική χρονιά ψάχνοντας να βρω το λάθος μου.
Όχι επειδή δεν με πλήγωσε η απόρριψη.
Με πλήγωσε βαθιά.
Αλλά επειδή δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί.
Και αν δεν ήξερα το γιατί, πώς θα μπορούσα να ξέρω τι να μην ξανακάνω;
Κάποια στιγμή πήρα το θάρρος να ρωτήσω μία από εκείνες.
Της είπα ουσιαστικά:
«Πες μου τι έκανα. Θέλω να καταλάβω.»
Θυμάμαι ακόμη τη στιγμή.
Βούρκωσε.
Και έφυγε.
Χωρίς εξήγηση.
Κι εγώ έμεινα πάλι με την ίδια ερώτηση.
Τι έκανα;
Αυτή η ερώτηση είναι ίσως από τις πιο μοναχικές ερωτήσεις που έχω κουβαλήσει.
Γιατί όταν είσαι παιδί και σε απορρίπτει μια ομάδα, πολύ εύκολα καταλήγεις να πιστέψεις ότι το πρόβλημα είσαι εσύ.
Και όταν είσαι ένα νευροδιαφορετικό παιδί, υπάρχει ένας επιπλέον κίνδυνος:
να προσπαθήσεις να λύσεις την απόρριψη σαν μαθηματικό πρόβλημα.
Να βρεις τον κανόνα. Να βρεις το λάθος. Να βρεις τη σωστή συμπεριφορά. Να διορθώσεις τον εαυτό σου.
Να γίνεις λίγο λιγότερο εσύ.
Μόνο που οι άνθρωποι δεν είναι εξισώσεις.
Και οι σχέσεις δεν θα έπρεπε να είναι κρυφά τεστ στα οποία μαθαίνεις αν πέρασες μόνο όταν έχει ήδη χτυπήσει το κουδούνι.
Σήμερα καταλαβαίνω κάτι που τότε δεν μπορούσα.
Δεν είναι κάθε απόρριψη απόδειξη ότι έκανα κάτι λάθος.
Μερικές φορές μια ομάδα απλώς αποφασίζει ότι κάποιος δεν ταιριάζει στη δική της εικόνα.
Επειδή μιλά διαφορετικά. Επειδή είναι πολύ ειλικρινής. Επειδή δεν πιάνει ένα υπονοούμενο. Επειδή ρωτά «γιατί;» όταν οι υπόλοιποι θεωρούν ότι η απάντηση είναι αυτονόητη.
Επειδή δεν ξέρει πότε πρέπει να σωπάσει σύμφωνα με έναν κανόνα που κανείς δεν της εξήγησε.
Επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να παίξει το παιχνίδι της μάζας.
Και κάπου εδώ θέλω να πω κάτι που για μένα είναι πολύ σημαντικό.
Δεν θέλω να μεγαλώνουμε παιδιά που μαθαίνουν απλώς πώς να ανήκουν.
Θέλω να μεγαλώνουμε παιδιά που μαθαίνουν πώς να αφήνουν και τον άλλον να ανήκει.
Γιατί η συμπερίληψη δεν δοκιμάζεται όταν όλοι μοιάζουν.
Δοκιμάζεται όταν κάποιος μέσα στην ομάδα είναι διαφορετικός. Όταν χρειάζεται περισσότερη σαφήνεια. Όταν δεν καταλαβαίνει ένα άγραφο κοινωνικό μήνυμα. Όταν ζητά να του εξηγήσεις. Όταν η ειλικρίνειά του σε φέρνει σε δύσκολη θέση.
Εκεί φαίνεται τι έχουμε μάθει για τον άλλον.
Και ίσως εκεί χρειάζεται να σταματήσουμε λίγο πριν πούμε:
«Εμείς έτσι αποφασίσαμε.»
Να ρωτήσουμε:
Του εξηγήσαμε;
Του δώσαμε την ευκαιρία να καταλάβει;
Υπάρχει πραγματικά ένας κανόνας που παραβιάστηκε ή απλώς δεν μας αρέσει ο τρόπος που είναι;
Και αν είναι διαφορετικός, γιατί θεωρούμε αυτονόητο ότι πρέπει να φύγει εκείνος;
Γιατί έχω υπάρξει εκείνο το παιδί στη γωνία.
Και έχω υπάρξει και εκείνο το παιδί που έμεινε μόνο του μέσα σε μια ολόκληρη σχολική χρονιά, ψάχνοντας μια εξήγηση που δεν ήρθε ποτέ.
Και ξέρω πλέον πως αυτό που πονάει περισσότερο δεν είναι πάντα το:
«Δεν σε θέλουμε.»
Μερικές φορές είναι το:
«Δεν σε θέλουμε και δεν θεωρούμε ότι σου χρωστάμε καν το γιατί.»
Αυτό το δεύτερο είναι που μπορεί να σε αφήσει για χρόνια να ψάχνεις μέσα σου ένα λάθος που μπορεί να μην υπήρξε ποτέ.
Εγώ σήμερα δεν θέλω να θυμάμαι εκείνα τα κορίτσια για να τα κατηγορήσω.
Θέλω να θυμάμαι εκείνο το κορίτσι που ήμουν εγώ.
Γιατί τώρα μπορώ να της πω κάτι που τότε δεν ήξερε:
Δεν ήσουν «καρφί».
Δεν ήσουν λάθος επειδή ζητούσες εξηγήσεις.
Δεν ήσουν δύσκολη επειδή ήθελες να καταλάβεις.
Δεν ήταν υποχρέωσή σου να μαντεύεις τους κανόνες ενός παιχνιδιού που κανείς δεν σου είχε εξηγήσει.
Και πάνω απ’ όλα…
δεν χρειάζεται να μικρύνεις τον εαυτό σου για να χωρέσεις σε μια ομάδα.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο δύσκολο μάθημα που χρειάστηκε να μάθω μεγαλώνοντας.
Ότι δεν χρειάζεται κάθε φορά που μια πόρτα κλείνει να ψάχνω τι έκανα εγώ για να την κλείσουν.
Μερικές πόρτες κλείνουν επειδή οι άνθρωποι που βρίσκονται από την άλλη πλευρά δεν ξέρουν πώς να χωρέσουν τη διαφορετικότητα.
Και αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ πρέπει να αλλάξω σχήμα.
Θέλω τα νευροδιαφορετικά παιδιά να μπορούν κάποτε να κοιτούν πίσω και να λένε:
«Ήμουν διαφορετική. Ναι.
Αλλά δεν ήμουν μόνη επειδή ήμουν διαφορετική.
Υπήρχαν άνθρωποι που προσπάθησαν να με καταλάβουν.»
Αυτό, για μένα, είναι η πραγματική συμπερίληψη.
Όχι να μας μάθετε πώς να γινόμαστε αόρατοι μέσα στη μάζα.
Όχι να μας μάθετε να χαμογελάμε ενώ προσπαθούμε απεγνωσμένα να καταλάβουμε τι κάναμε λάθος.
Όχι να μας ζητάτε διαρκώς να προσαρμοζόμαστε σε κανόνες που κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μας εξηγήσει.
Αλλά να μάθουμε όλοι μαζί κάτι πολύ δυσκολότερο:
να υπάρχει χώρος και για εκείνον που δεν μοιάζει με τη μάζα.
Να υπάρχει χώρος για την ειλικρίνεια. Για την ανάγκη να ξέρουμε το «γιατί». Για τον διαφορετικό τρόπο σκέψης. Για τον άνθρωπο που χρειάζεται να του πεις τα πράγματα λίγο πιο καθαρά.
Για εκείνον που δεν καταλαβαίνει τα κοινωνικά παιχνίδια αλλά καταλαβαίνει πολύ καλά την αδικία.
Και να μην χρειάζεται να απολογηθεί γι’ αυτό.
Γιατί, τελικά, ίσως το πραγματικό ερώτημα να μην είναι:
«Πώς θα μάθει αυτό το παιδί να χωράει στην ομάδα;»
Αλλά:
«Τι πρέπει να μάθουμε εμείς, ώστε η ομάδα να μπορεί να χωράει και αυτό το παιδί;»
Εγώ, αν μπορούσα να γυρίσω πίσω στον χρόνο, αυτό θα ήθελα να ακούσω.
Όχι:
«Μάθε να είσαι σαν τους άλλους.»
Αλλά:
«Δεν χρειάζεται να γίνεις σαν τους άλλους για να αξίζεις μια θέση ανάμεσά τους.»
ART-io η τέχνη του βίου
