Όλα είναι δρόμος….(Waldstraße 19….)

Η πτήση ήταν καλή. Αθήνα -Στουτγάρδη, μέσω Θεσσαλονίκης. Αυτή τη φορά δεν έκλαψα κατά την απογείωση, όπως πριν δυο χρόνια που έπαιρνα το δρόμο προς Μόναχο. Αυτή η φορά ήταν διαφορετική. Κοίταγα την Αττική γη που απλωνόταν από κάτω, ρούφαγα το φως της…μάζευα εικόνες.
Αυτή τη φορά ήμουν αποφασισμένη να ζήσω.
Θλιβερό θα πει κάποιος, να θεωρείς ότι θα “ζήσεις” σ’ άλλο τόπο κι όχι σε αυτόν που γεννήθηκες.
Από τους αποχωρισμούς που έχω ζήσει, τούτος εδώ μοιάζει αδύνατο να περιγραφεί. Τόσες σκέψεις κι όμως ούτε μια ικανή να περιγράψει τα συναισθήματα. Μένει μόνο η λογική κι η πραγματικότητα. Ή, η πραγματικότητα κι η λογική. Χρόνια αγώνα για την επιβίωση, μέχρι που αυτή έγινε αδύνατη.
Η λογική μου, δεν θα επέτρεπε ποτέ να φύγω με θόρυβο – όσον τέλος πάντων – αυτοκτονώντας.
Η ζωή μου είναι δώρο που δεν το επιστρέφω, ούτε το χαραμίζω μ’ αυτόν τον τρόπο.
Αφού λοιπόν από θέση, είμαι ανάμεσα σ’ όσους πρέπει να δουλεύουν για τα στοιχειώδη, θα πάω εκεί που μπορώ να έχω δουλειά.
Στο χάρτη της ζωής μου, τούτη η χώρα μοιάζει να έρχεται στο δρόμο μου – ή μήπως είμαι εγώ στο δικό της ; – οπότε κάνω αλλαγές ή τουλάχιστον τις παλεύω.
Χαμογελάω !!! Θα μπορούσα να το έχω υπολογίσει ;;;
Τουλάχιστον θα είχα μάθει τη γλώσσα ! Η γενιά μου όμως, δεν έχει γερμανικά στις αποσκευές της – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.
Αχ, μάνα!
Πώς θα μπορούσες να ξέρεις ότι θα έρχονται μέρες, όπου η μόρφωση που μας πρόσφερες κάνοντας δυο και τρεις δουλειές, δεν θα αρκούσε να μας παρέχει τα στοιχειώδη;
Έχεις κι αυτή την άποψη να μορφώνεται κάποιος και να αγωνίζεται μέρα με τη μέρα…να γίνεται καλύτερος άνθρωπος.
Να μην βολεύεται, επειδή το μυαλό του έτσι μαραζώνει και η ματιά του δεν μπορεί να διακρίνει πέρα από τη μύτη του.
Να επιδιώκει το καλύτερο, το άριστο, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τον ίδιο.
Για σένα Μάνα, σήμαινε ένα σύντροφο στη ζωή, που να σε σέβεται και να σε πονάει και μαζί να κάνετε οικογένεια.. να δημιουργήσετε.
Πόνο βρήκες μπόλικο !
Είναι βλέπεις κι αυτές οι έννοιες περίπλοκες!
Άλλο είχε μάθει εκείνος και πως θα γινόταν να το υπομείνεις;
Έτσι έγιναν δρόμος!!!
Πιστεύω πως πάντα έτσι ήταν για σένα και το ΄ξερες!
Όλοι γύρω έλεγαν θα χαθείς! Η ίδια σου η μάνα, στο είπε καθαρά: “πάρε τα μπάσταρδα και πνίξου στην Κακάρα”. Όπου μπάσταρδα για την επαρχία, των τελών του εξήντα, ήταν όσα παιδιά βρίσκονταν χωρίς πατέρα. Η Κακάρα, το ρέμα του χωριού σου, έμοιαζε στα μάτια της συχωρεμένης της γιαγιάς, ικανή να ξεπλύνει τη ντροπή.
Που ακούστηκε μια γυναίκα να παίρνει τα παιδιά της και να εγκαταλείπει τον άντρα της!
“Μας έκλεισες το σπίτι ! Κατέστρεψες τις τύχες των παιδιών μου”!.
Λόγια…λόγια ..και κατάρες.
Δυο μανάδες, με διαφορετικές αντιλήψεις για την ηθική, για την αξιοπρέπεια, για τη ζωή. Δυο γυναίκες που μάχονταν για τη ζωή τους και για τα παιδιά τους.
Το παλιό και το νέο, θα μπορούσε κάποιος να πει.
Όμως δεν είναι παρά το βόλεμα κι η δημιουργία.
Μένω σ’ αυτό που ξέρω, ή προχωράω παραπέρα.
Αφήνω τον πρώτο νοικοκύρη και την βολή μου, χωρίς να ξέρω τι θα μου συμβεί;
Τον άφησες τον πρώτο νοικοκύρη Μάνα και μαζί άφησες και το ξύλο.
“Τα χέρια μου να είναι καλά” έλεγες.
Ο συχωρεμένος ο πατέρας σου προσπάθησε να σε μεταπείσει!
Μια νέα γυναίκα με δυο μικρά στην Αθήνα…μόνη της.
Τότε το ‘νιωθα …τώρα το ξέρω .
Δεν ήταν που δεν σου είχε εμπιστοσύνη .
Ήταν που ήθελε να ‘ναι δίπλα σου, να σου συμπαραστέκεται.
“Να έχεις την σκέπη του”, όπως έλεγε.
“Μαζί θα δουλέψουμε, πλάι – πλάι, όπως πάντα και θα μεγαλώσουμε τα παιδιά σου”.
Εσύ όμως ήξερες καλύτερα Μάνα!
Άλλωστε, όπου κι αν είσαι η σκέπη των ανθρώπων που σε πονάνε, που σε νοιάζονται, είναι μαζί σου. Έτσι λοιπόν, μας πήρες απ΄ το χέρι, κάπως σαν την “μπαλάντα της Ιφιγένειας” κι ο χάρτης μας, έγραψε: Αθήνα!
Τώρα είμασταν οι τρεις μας.
Μια γυναίκα ούτε καν τριάντα και δυο παιδιά, δυο και πέντε χρονών.
Αχ, Μάνα μου!
Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να πω με σιγουριά ποια ήταν χειρότερη: η επαρχία των αρχών του ’70 ή, η Αθήνα των φευγάτων επαρχιωτών. Φθινόπωρο ’70 – ’71….νέα ζωή για όλους.
Είχες ήδη ετοιμάσει το σπίτι μας μάνα κι ήρθες και μας πήρες μαζί σου. Τόσες δεκαετίες μετά κι αυτό το σπίτι είναι ολοζώντανο μπροστά μου. Το σαλονάκι του, η βιτρίνα που την είχες γεμίσει με κρυστάλλινα ποτήρια, το δωμάτιο μας, με την βιβλιοθήκη και το γραφειάκι, η κουζίνα με το ψυγείο – που δεν είχα ξαναδεί – κι η βεράντα, γεμάτη λουλούδια.
Το κάστρο μας!
Απέναντι από την πολυκατοικία που μέναμε, το δημοτικό σχολείο και δυο τετράγωνα πιο πάνω, η εκκλησία, μ’ ένα προαύλιο που στα μάτια μου φάνταζε τεράστιο κι όπου έπαιζαν τόσα παιδιά, που ποτέ πριν δεν είχα δει μαζεμένα.
Το ζαχαροπλαστείο, με κάτι υπέροχα γλυκά που κι αυτά τα έβλεπα για πρώτη φορά και στον παραπάνω δρόμο…ο κινηματογράφος! Αυτός ο κινηματογράφος, έμελλε να σημαδέψει τα παιδικά μας χρόνια! Μια φορά την εβδομάδα, ήμασταν εκεί ο αδερφός μου κι εγώ.
Η γειτονιά μας στο κέντρο της Αθήνας, ανάμεσα πλατεία Βάθη, Μεταξουργείο και σταθμό Λαρίσης. Τα υπέροχα σπίτια – όσα πρόλαβα – που στα χρόνια που ακολούθησαν, είδα να γκρεμίζονται το ένα μετά το άλλο.
Οι άνθρωποι…..

( Άνθρωποι..  κι “άνθρωποι” ….
Ζω…
Κατανοώ ………)

Μέτοικος

Μέτοικος

Από το Νότο του ήλιου, στο Νότο του Βορά….
Σκέψεις….καθημερινότητα…η ζωή ….

Σχολιάστε την ανάρτηση..

share on: