Ήταν πρωί και παραδόξως σηκώθηκα πριν απ’ τα κορίτσια και την αρκούδα. Πήγα στο μπάνιο κατούρησα το χθεσινοβραδινό δελτίο των 8, έπλυνα το προσωπείο μου με νερό από τις αντιγηραντικές πηγές του Αχέροντα και πήγα στην κουζίνα να φτιάξω ένα ρόφημα από καβουρδισμένα & αλεσμένα σπέρματα καφέας.

Ένας καραβίσιος με γεύση καραμέλα και μια κουταλιά λευκή ζάχαρη ήταν ό,τι χρειαζόμουν για να αναζωογονηθώ. Τέτοιον έπινα και στο χωριό μου.

Άνοιξα το παράθυρο και μπήκε μέσα ο Λούης. Ένας όμορφος χοντρός αίλουρος που έχει ταλαιπωρηθεί στα χειρουργεία της χώρας μας και έχει ωριμάσει η σκέψη του φιλοσοφώντας τη ζωή σε λευκά δωμάτια ψυχοσωματικής ανάρρωσης. Του έφτιαξα καφέ. Έναν γαλλικό με μισό κουταλάκι καφετιά σακχαρόζη. “Κάτσε να τα πούμε ρε μαλάκα” μου λέει και κάθισα μασουλώντας το θεσπέσιο κουλούρι μου που αποτελεί βάλσαμο για την ταλαιπωρημένη μου ψυχή…

“Χθες έκανα κάποιες σκέψεις μετά το βραδινό φαγητό. Σκέφτηκα τον μικρό, τον στραβοκάνη, τον καμπούρη τον Αίσωπο και μετάνιωσα που τον ράπισα επανειλημμένα εξαιτίας της ασχήμιας, του ποταπού χρώματος & της αρρωστημένης, ανδρόγυνης μορφής του. Ήταν τρομερά άδικο από μέρους μου και το μόνο που ήθελα, ήταν να επιβληθώ και εγώ επιτέλους σε κάποιον ποιο αδύναμο από εμένα.”

“Χαίρομαι Λούη που το κατάλαβες και ίσως να αρχίσεις να βλέπεις μέρα με τη νύχτα και την ομορφιά του Αισώπου και τις αρετές του, τις κρυφές και τις φανερές. Φαντάσου πόσο μονότονη θα ήταν η ζωή αν άπαντες ήταν άθλια αντίγραφα της αρχοντομουτσούνας μας…”

“Θα προσπαθήσω να το σκεφτώ την Τετάρτη… Συλλογίστηκα ακόμα και τον μαλθάκα τον Παΐσιο… του άλλαξα τα φώτα στις κατραπακιές όποτε με πλησίαζε, αποζητώντας την παρέα μου ή το φαγητό που του αναλογούσε. Δεν τον γούσταρα ούτε αυτόν τον άθλιο πολυχρωματικό βρωμιάρη, ούτε τα ηλίθια πιστεύω του. Μα κατάλαβα πως ήμουν λάθος, γιατί δεν πρέπει να κρίνουμε τους γάτους από τις μαλακίες που πιστεύουν ειδικά όταν έχουν πεταχτεί τόσα γατιά στα λιοντάρια και στα καμίνια για την πίστη και τη ράτσα τους.”

“Κάποια γατιά βέβαια που γλιτώσανε, ανέλαβαν τα ηνία και πέταξαν στα σκυλιά άλλα γατιά που δεν φταίγανε σε τίποτα, μόνο και μόνο γιατί είχαν άλλες ιδέες που τις βάφτισαν «διαφορετικές».”

“Αυτό δεν το ήξερα. Ο Παΐσιος λοιπόν θα συνεχίσει να τρώει τις φάπες του για όσο διάστημα μπορώ να το κάνω εκ του ασφαλούς.”

“Αυτό κατάλαβες ρε Λούη? Θα σε αρπάξουν και θα έχεις κυρώσεις άμα κάνεις τέτοια… Το ό,τι σε ευνούχισε η μάνα σου, δεν σημαίνει ότι πρέπει να πουλάς τσαμπουκά σε όποιον σε παίρνει, για να στηρίξεις την ανωτερότητα σου. Είναι ο λάθος τρόπος για να φυτρώσει ξανά το ζεύγος των γεννητικών σου αδένων… ειδικά όταν έχουν αφαιρεθεί χειρουργικά. Συγχώρα με που σου μιλάω έτσι σκληρά, αλλά κανείς δεν πρέπει να κρίνει τους γάτους από το χρώμα τους ή τη ράτσα του ή τα πιστεύω τους.”

“Και αν τα πιστεύω τους είναι αντίθετα προς τα δικά μου και τη δική μου ανώτερη ράτσα? Ειδικά όταν τίθεται θέμα διατήρησης της φυλετικής μας καθαρότητας…”

“Η ράτσα σου είναι μπασταρδόρατσα και δεν στο λέω για να σε μειώσω γιατί και εγώ μπάσταρδος είμαι και πολύ το χαίρομαι.”

“Και τα πρωτόκολλα των γατιών της Σιών? Και τα άθλια ψεύδη τους περί ομαδικών στειρώσεων και οι βλασφημίες απέναντι στο Θεό μας?”

“Ρε Λούη, με κούρασες. Δεν είμαι εδώ για να σε πείσω και μην λησμονείς πως το αριστερό μου πόδι είναι κυνικό και το γερό μου χέρι απόλυτα μηδενιστικό και το γάλα με τα σπαράγγια τα έχω κόψει απ’ όταν άρχισα να τρώω παντζάρια με κιμά για να συνοδεύω τα ξύδια μου. Αλλάζεις τις απόψεις σαν τα πουκάμισα και δεν έχεις φορέσει ποτέ αθλητικά παπούτσια. Αν συνεχίσεις τις μαλακίες, θα φας κλωτσιά στον καλοαναθρεμμένο καθαρόαιμο κώλο σου.”

“Εγώ θα συνεχίσω και ας έχω τις συνέπειες των νόμων μιας προδοτικής, ανθελληνικής κυβέρνησης. Δεν θα σταματήσω ποτέ να πιστεύω στην ανωτερότητα της ράτσας μου, στο πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε το έθνος μου στην ιστορία της αιλουρότητας, να τιμώ τους προγόνους μου που ήταν οι πιο γενναίοι πολεμιστές, να προσκυνώ το Νότη, να ονειρεύομαι την Μεγάλη Αυλή, να…”

Την επόμενη στιγμή ο Λούης εκτοξεύθηκε με ταχύτητα 37,8km/h έξω από το παράθυρο της κουζίνας, ύστερα από σύγκρουση του τριχωτού κώλου του, με το γυμνό άκρο του δεξιού μου ποδιού. Τα κορίτσια είχαν ξυπνήσει. Με έβρισαν νυσταγμένα έχοντας δει το εξαιρετικό μου σουτάρισμα και για να αποφύγω τη νυσταγμένη τους γκρίνια, τις άφησα να φτιάξουν τα ροφήματα τους και πήγα στο σαλόνι να δω καμιά πρωινή μαλακία… Πληθαίνουν στο εσωτερικό του κόλπου της κυβέρνησης οι αντιδράσεις για διατάξεις του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου και από χθες κάνουν την εμφάνιση τους οι πρώτες κραυγές για την απόσυρση ηλικιωμένων σε υπόγεια θέρετρα… Έκλεισα την τηλεόραση και πήγα στο μπάνιο να διαβάσω το βιβλίο μου…

Γιώργος Μικάλεφ

Γιώργος Μικάλεφ

Γεννημένος στην Κέρκυρα το Δεκέμβρη του ’85 με ρίζες από τη Μάλτα…H έντονη ανάγκη για δημιουργία τον ώθησε να ασχοληθεί από πολύ μικρός με τις καλές και τις... κακές τέχνες σε αρκετές απ’ τις μορφές τους… η ζωγραφική ωστόσο ήταν αυτή που τον απασχόλησε περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Από μικρό παιδί χρησιμοποιούσε μολύβια και μαρκαδόρους για να προεκτείνει τη ψυχή του πάνω σε μια λευκή επιφάνεια και έκτοτε δεν σταμάτησε να ζωγραφίζει, να δημιουργεί και να πειραματίζεται πάνω σε κάθε είδους επιφάνεια με χρώματα και με υλικά που του κέντριζαν το ενδιαφέρον και την περιέργεια. Από το 2010 έχει πραγματοποιήσει πέντε ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής σε Κέρκυρα, Σπέτσες, Αθήνα, Πάτρα και έχει λάβει μέρος σε αρκετές ομαδικές. Έχει ασχοληθεί με την εικονογράφηση βιβλίων και εξωφύλλων underground μουσικών σχημάτων. Είναι μέλος της “Εικαστικής Κερκυραϊκής Ένωσης” από το 2010 και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης από το 2011 έως το Μάη του 2014 όπου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Kαι επειδή είναι περίεργο να γράφω για τον εαυτό μου σε τρίτο πρόσωπο… σταματάω κάπου εδώ.

Σχολιάστε την ανάρτηση..

share on: